Ένινγκ: «Μόλις γυρίσω στη Γερμανία θα μου πάρουν το δίπλωμα»

Ο Μίκαελ Ένινγκ παραχώρησε συνέντευξη για τη ζωή του στην Ελλάδα, τον Άρη αλλά και το ποδόσφαιρο.

Ο Γερμανός προπονητής του Άρη παραχώρησε συνέντευξη στην εφημερίδα «Μακεδονία», αναφέρθηκε στις πρώτες εντυπώσεις του από τη συνεργασία του με τον Άρη αλλά και για το ελληνικό Πρωτάθλημα, όπως και στην καθημερινότητα που ζει στη Θεσσαλονίκη.

Για τις πρώτες εντυπώσεις του από τη συνεργασία του με τον Άρη: «Τα καλά αποτελέσματα, ιδιαίτερα οι μεγάλες νίκες, όπως αυτή κόντρα στον ΠΑΟΚ, σε κάνουν πιο δυνατό. Σε κάνουν να πιστέψεις ότι μπορείς να βάλεις υψηλούς στόχους και να τους πετύχεις. Ότι μπορείς να νικήσεις οποιονδήποτε, ειδικά όταν παίζεις στην έδρα σου, μπροστά στους οπαδούς σου. Αυτήν την αίσθηση έχουμε κι εμείς μετά το ματς με τον ΠΑΟΚ. Θα ήταν, όμως, λάθος να παρασυρθούμε και να πιστέψουμε πως είμαστε στο τέλος του δρόμου. Έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας και μπορούμε να γίνουμε πολύ καλύτεροι. Πρέπει να χτίσουμε πάνω σε αυτό που έχουμε πετύχει και να μην κάνουμε βήμα πίσω».

Για τις προσδοκίες του κόσμου και την έντονη πίεση: «Η πίεση υπάρχει αλλά η δουλειά μας είναι να τη διαχειριζόμαστε και να τη μετατρέπουμε σε δημιουργική δύναμη. Πριν αρχίσει το ντέρμπι με τον ΠΑΟΚ είπα στα παιδιά: Απόψε είμαστε 12. Ο κόσμος είναι εκεί έξω και θα μας υποστηρίξει. Και τα παιδιά το πίστεψαν και ένιωσαν ασφάλεια. Μείναμε νωρίς πίσω στο σκορ αλλά δεν πανικοβληθήκαμε. Αντιδράσαμε ψύχραιμα, ισοφαρίσαμε γρήγορα και κάποια στιγμή μεταφέραμε την πίεση στην άλλη πλευρά. Βάλαμε δεύτερο και τρίτο γκολ και το πρόβλημα το είχε πια ο ΠΑΟΚ. Το έβλεπες στα μάτια τους. Δεν είχαν συνηθίσει να παίζουν υπό συνθήκες πίεσης. Άρχισαν να σκέφτονται ότι μπορεί να χάσουν για πρώτη φορά έπειτα από καιρό. Είχε έρθει η στιγμή μας και δεν χάσαμε την ευκαιρία.

Από την πρώτη στιγμή που ήρθα με σταματούν φίλαθλοι στον δρόμο και μου λένε ότι ο Άρης πρέπει να κατακτήσει το κύπελλο και να πετύχει κάτι σημαντικό μέσω πρωταθλήματος. Να βγει στην Ευρώπη. Αντιλαμβάνομαι πλήρως το πώς αισθάνονται οι οπαδοί μας. Ο κόσμος του Άρη έχει υποφέρει πολύ. Θέλουμε τη στήριξή του σε κάθε βήμα. Το μήνυμα είναι: Ομάδα και κόσμος είμαστε ένα. Ελάτε να το κάνουμε μαζί».

Για τις φιλοδοξίες της ομάδας: «Από πλευράς ατομικής ποιότητας, το ρόστερ είναι εξαιρετικό. Υπάρχουν πολύ υψηλού επιπέδου παίκτες στην ομάδα. Έχουμε πίστη στις δυνατότητές μας και ξέρουμε ότι μπορούμε να πετύχουμε πολλά. Δε θα κάνουμε όμως το λάθος να δώσουμε φθηνές και εύκολες υποσχέσεις. Δε θα με ακούσετε ποτέ να λέω ότι θα πετύχουμε σίγουρα το ένα ή το άλλο. Πρέπει να δουλεύουμε σκληρά και να είμαστε ρεαλιστές. Όταν ήρθα στην ομάδα είχαμε μόλις πέντε βαθμούς. Τώρα είμαστε τέταρτοι και όλα είναι πιθανά. Υπάρχουν και δυσκολίες. Δεν μπορούμε να παίζουμε με 12-13 παίκτες. Τα κενά στο ρόστερ είναι εμφανή. Χρειαζόμαστε εναλλακτικές σε κάθε θέση.

Έχουμε 7-8 μεσοεπιθετικούς αλλά δεν έχουμε φουλ μπακ για την αριστερή πτέρυγα, δεν έχουμε αριστεροπόδαρο στόπερ. Αυτό, ξέρετε, επηρεάζει και την ανάπτυξη του παιχνιδιού. Είναι δύσκολο να κάνεις την πρώτη πάσα με το… κακό σου πόδι. Κάποια στιγμή, όταν τραυματίστηκε ο Κούεστα μείναμε χωρίς γκολκίπερ. Αναγκάστηκα να βάλω τον Τσιλιγγίρη. Ο μικρός τα πήγε περίφημα, αλλά αντιλαμβάνεστε πως το ρίσκο ήταν τεράστιο.

Αυτό που με κάνει να αισιοδοξώ είναι ότι τα παιδιά έχουν αντιληφθεί τα θέλω μου και δείχνουν μεγάλη διάθεση να ακολουθήσουν το πλάνο. Όταν ήρθα η ομάδα ήταν ανοργάνωτη και έπαιζε άναρχα. Σιγά σιγά αρχίσαμε να αποκτούμε οργάνωση και λογική στο παιχνίδι μας. Βελτιώσαμε αισθητά την άμυνά μας. Στο διάστημα που βρίσκομαι εδώ έχουμε δεχτεί ελάχιστα γκολ. Η βελτίωση είναι εμφανής και στην επίθεση. Πριν έρθω, ο Άρης έκανε 15 ευκαιρίες και έβαζε ένα γκολ. Τώρα είμαστε πολύ πιο αποτελεσματικοί. Ακόμη και σε ατομικό επίπεδο, η διαφορά είναι μεγάλη. Ο Φετφατζίδης ήταν πάντα εξαιρετικός, αλλά είχε μάθει να παίζει πάντα ένας εναντίον ενός. Τώρα δεν έχει το μυαλό του μόνον στο πώς θα ντριμπλάρει. Δίνει και καταπληκτικές ασίστ. Έχουμε πετύχει γκολ από δικές του πάσες. Όταν ανέλαβα, το ζητούμενο ήταν τα αποτελέσματα, αφού η ομάδα ήταν πολύ χαμηλά στη βαθμολογία. Τώρα με ενδιαφέρει και το πώς παίζουμε. Θέλω να έχουμε επιθετικό στιλ, να κυριαρχούμε στο γήπεδο και να έχουμε πάντα στο μυαλό μας τη νίκη”.

Για το αν η ομάδα θα είχε διαφορετική πορεία στην περίπτωση που είχε αναλάβει από το καλοκαίρι: «Ναι, αναμφίβολα θα ήταν ένας άλλος Άρης, ακόμη και σε επίπεδο τακτικής, θα παίζαμε με διαφορετικό σύστημα, με άλλη λογική. Χρειάζεται υπομονή για να χτίσεις μια δυνατή ομάδα. Απαιτούνται χρόνος και σωστός προγραμματισμός. Ακόμη και ο φίλος μου ο Κλοπ, χρειάστηκε χρόνια για να πάρει τίτλους με την Ντόρτμουντ και τη Λίβερπουλ. Τα κλαμπ τον στήριξαν, τον εμπιστεύτηκαν και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου πανηγύρισαν μεγάλες επιτυχίες. Είμαι, όμως, αρκετά έμπειρος για να ξέρω πως δεν είναι δυνατόν να σκέφτεσαι πολύ μακριά και να κάνεις μακροπρόθεσμα σχέδια. Δύο τρία άσχημα αποτελέσματα καταστρέφουν τα πάντα. Θα ήταν επιπόλαιο να μιλήσει κανείς με σιγουριά για το μέλλον. Σίγουρα, πάντως, γίνονται σκέψεις για το πώς θα πρέπει να είναι η ομάδα τη νέα σεζόν. Πολλά θα εξαρτηθούν από τις οικονομικές δυνατότητες του κλαμπ. Το καλοκαίρι λήγουν πολλά συμβόλαια. Νομίζω πως είναι 16. Δεν μπορώ να ξέρω από τώρα ποιο θα είναι το ρόστερ το ερχόμενο καλοκαίρι.

Το μυαλό μας είναι και στις ακαδημίες. Υπάρχουν προοπτικές, αλλά πρέπει να δουλέψουμε μεθοδικά. Θα ήθελα κάποια στιγμή το 30% του ρόστερ να προέρχεται από τα τμήματα υποδομής. Αυτό θέλει και ο κόσμος. Θέλει να βλέπει τα δικά του παιδιά να φορούν τη φανέλα του Άρη. Χρειαζόμαστε κι άλλα πράγματα. Ανθρώπους για ανάλυση αγώνων, για σκάουτινγκ. Πρέπει να γίνουν πολλά για να χτίσουμε μια πραγματικά ανταγωνιστική ομάδα που θα πρωταγωνιστήσει τα επόμενα χρόνια”.

Για την ελληνική διαιτησία και τον ρόλο του VAR: «Ήρθα στην Ελλάδα πριν από μερικές εβδομάδες και θα ήταν επιπόλαιο να εκφέρω άποψη για την αξιοπιστία του πρωταθλήματος και για το αν το πρωτάθλημα παίζεται επί ίσοις όροις. Είναι πολύ νωρίς και δεν πρόκειται να μιλήσω με βεβαιότητα για κάτι που δεν γνωρίζω επαρκώς. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι πρέπει να αντιληφθούμε πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των διαιτητών και να δείξουμε κατανόηση. Δεν είμαι οπαδός του VAR. Δεν μου αρέσουν οι συνεχείς διακοπές που εκνευρίζουν τους παίκτες και καταστρέφουν το παιχνίδι. Δεν μου αρέσει που οι διαιτητές φοβούνται να σφυρίξουν και αφήνουν την ευθύνη σε όσους χειρίζονται το VAR. Κανονικά δεν χρειαζόμαστε το VAR. Ο ρέφερι του αγώνα με τον ΠΑΟΚ ήταν εξαιρετικός, χωρίς να κάνει χρήση του VAR. Ίσως θα έπρεπε να περιορίσουμε τη χρήση του. Δεν έχω πρόβλημα με την τεχνολογία, οτιδήποτε μπορεί να βοηθήσει στο να έχουμε δικαιότερες αποφάσεις, είναι καλοδεχούμενο. Η γνώμη μου είναι, όμως, ότι μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτό, όπως ζήσαμε τα προηγούμενα 100 χρόνια. Σε τελική ανάλυση, μπορεί κάποιος να εγγυηθεί ότι το VAR θα βγάλει 100% τη σωστή απόφαση; Η απάντηση είναι όχι».

Για την εικόνα που έχουν οι Γερμανοί για την Ελλάδα: «ΟΚ, ο Τύπος έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τη σκέψη των ανθρώπων και ίσως κάποιοι στη Γερμανία και στην Ελλάδα να έπεσαν θύματα μιας προπαγάνδας βασισμένης σε στερεότυπα. Η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων, όμως, δεν επηρεάστηκε, αφού είχε τη δυνατότητα να φιλτράρει τις πληροφορίες. Οι σχέσεις των δύο λαών ήταν πάντα πολύ καλές. Οι Γερμανοί έρχονται κάθε χρόνο για διακοπές στην Ελλάδα και απολαμβάνουν τη φιλοξενία των Ελλήνων.

Έτσι κι αλλιώς, τα θέματα της επικαιρότητας αλλάζουν με πολύ μεγάλη ταχύτητα στη Γερμανία. Στην αρχή, η Ελλάδα και η οικονομική κρίση ήταν το βασικό θέμα των ειδήσεων στη γερμανική τηλεόραση. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, το θέμα αυτό εξαφανίστηκε από τα δελτία, γιατί είχε ξεσπάσει η κρίση στην Ουκρανία. Στη συνέχεια ξεχάστηκε και η κρίση στην Κριμαία και αρχίσαμε να μιλάμε για τους πρόσφυγες. Μετά ξεκίνησε η κουβέντα για το περιβάλλον και κάποιοι τύποι έλεγαν πως ήρθε το τέλος του κόσμου.

Προσωπικά αισθάνομαι και είμαι πολίτης του κόσμου. Είμαι οπαδός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ευρωπαϊκής ιδέας και χαίρομαι που τα παιδιά μου έχουν τη δυνατότητα να ταξιδέψουν, να εργαστούν και να ζήσουν σε όποιο μέρος της Ευρώπης επιθυμούν. Στο μυαλό των παιδιών μου και των συνομηλίκων τους δεν υπάρχουν σύνορα».

Για τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την πτώση του τείχους του Βερολίνου και πώς έζησε την ενοποίηση της Γερμανίας. «Όταν έπεσε το Τείχος ήμουν 24 ετών, φοιτητής ακόμη στο Μούνστερ. Παρακολούθησα τις εξελίξεις κυρίως από την τηλεόραση, γιατί δεν ήμουν κοντά στο Βερολίνο. Ήταν μια σπουδαία στιγμή. Πολλοί από τους παλιότερους, που είχαν ζήσει στο πετσί τους τις συνέπειες του διαχωρισμού, έκλαιγαν από χαρά. Η δική μου γενιά ήταν επίσης χαρούμενη. Βλέπαμε μπροστά μας μια μεγάλη ευκαιρία. Η ενωμένη Γερμανία θα είχε 82 αντί για 54 εκατομμύρια κατοίκους και θα ήταν σίγουρα πιο δυνατή. Πιστεύω ότι η ενοποίηση είναι ουσιαστική. Οι μόνοι που ίσως αισθάνονται διαφορετικά είναι κάποιοι άνθρωποι μεγάλης ηλικίας, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να συμβιβαστούν με την ιδέα της κατάρρευσης ενός καθεστώτος που είχε σημαδέψει τη ζωή τους.

Έχει πάντως και η δική μου γενιά βιώματα από την εποχή του Τείχους. Ήμουν στρατιώτης το 1984, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, την περίοδο δηλαδή που κορυφωνόταν ο πυρηνικός ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Εμείς τότε, ως νέοι άνθρωποι, ήμασταν κατά της ατομικής ενέργειας και κάναμε τη δική μας επανάσταση, όπως είχε κάνει νωρίτερα η γενιά του ’68. Στο μυαλό των γιων μου και όλων των νέων παιδιών, η Γερμανία ήταν πάντα μία, αφού δεν έζησαν την εποχή του Τείχους. Σε ό,τι αφορά την οικονομία, αρχικά έγιναν λάθη και χρειάστηκε αρκετός χρόνος προσαρμογής, αλλά τώρα πια τα πράγματα έχουν αλλάξει. Παιδιά από το Αμβούργο ταξιδεύουν και ζουν στη Δρέσδη και τη Λειψία και αντίστροφα”.

Για τη φιλία του με τον Γιούργκεν Κλοπ: «Με τον Γιούργκεν μάς συνδέει μια δυνατή φιλία. Γνωριστήκαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και δέσαμε αμέσως. Μοιραζόμαστε κοινές ιδέες όχι μόνον σχετικά με το ποδόσφαιρο, αλλά και σε ό,τι αφορά τη ζωή γενικότερα. Είναι ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Αν και οι υποχρεώσεις δεν μας επιτρέπουν να μιλάμε στο τηλέφωνο κάθε μέρα, έχουμε στενή επαφή και συζητούμε συχνά για ό,τι μας απασχολεί. Προφανώς και για ποδόσφαιρο. Όταν θέλω τη γνώμη του για κάτι, τον ρωτώ και παίρνω αμέσως απάντηση.

Μιλήσαμε και για το ντέρμπι με τον ΠΑΟΚ. Κυρίως για την ατμόσφαιρα. Του έστειλα το βίντεο με το πυρσούς πριν από την έναρξη του ματς και δεν πίστευε στα μάτια του. Μου έγραψε: ‘Φίλε, αυτό που βλέπω είναι απίστευτο. Είσαι ακόμη ζωντανός;’. Του απάντησα: «Ναι, είμαι ακόμη ζωντανός. Αυτοί είναι οι δικοί μας οπαδοί και ήμουν απόλυτα ασφαλής». Ο Γιούργκεν έχει ένα ασφυκτικό πρόγραμμα με τη Λίβερπουλ. Αν όμως τον καλούσα να έρθει στο Χαριλάου και μπορούσε να κλέψει λίγο χρόνο, πράγμα σίγουρα πολύ δύσκολο, θα αποδεχόταν σίγουρα την πρόσκληση».

Για στοιχεία που έχει ξεχωρίσει από την καθημερινότητα στην Ελλάδα: «Είμαι βέβαιος πως αν γυρίσω στη Γερμανία θα μου πάρουν αμέσως το δίπλωμα. Έχω αρχίσει να οδηγώ σαν Έλληνας και εδώ ο μόνος κανόνας είναι να οδηγείς γρήγορα. Όταν πρωτοείδα να οδηγούν μηχανή χωρίς κράνος, σκέφτηκα: Πώς είναι δυνατόν; Κάποια στιγμή, συνηθίζεις. Δεν το αποδέχεσαι, αλλά το συνηθίζεις. Οι Έλληνες έχουν πολλές αρετές αλλά τους λείπει η οργάνωση. Η έλλειψη αυτή δημιουργεί προβλήματα αλλά, από την άλλη, κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Μου αρέσει αυτό το μποέμικο στιλ. Κι εγώ, άλλωστε, δεν είμαι ένας τυπικός Γερμανός. Ακόμη και το κλίμα παίζει σημαντικό ρόλο. Όταν έχει ήλιο και ζέστη και η παραλία είναι στα πόδια σου, πού θα έχεις το μυαλό σου; Φυσικά στην παραλία. Αν ζεις σε μια παγωμένη, σκοτεινή χώρα του βορρά, αναγκαστικά θα κάτσεις σπίτι και θα το ρίξεις στη δουλειά.

Σε ό,τι αφορά το ποδόσφαιρο, προσπαθώ να συνδυάζω τα στοιχεία κάθε κουλτούρας και μου αρέσει που στον Άρη έχουμε μια πολυεθνική κοινότητα παικτών. Σε όποια ομάδα κι αν εργάζομαι, δίνω πάντα στους ποδοσφαιριστές να καταλάβουν τι θέλω από αυτούς και ποιους κανόνες πρέπει να τηρούν με ευλάβεια. Είμαι, όμως, ευέλικτος. Αν μια μέρα κάποιος αισθάνεται πολύ κουρασμένος, θα του πω: Οκ πήγαινε σπίτι και έλα αύριο με περισσότερη όρεξη. Αν, όμως, έρθει τρεις συνεχόμενες φορές και μου πει ότι δεν μπορεί να προπονηθεί γιατί πέθανε η γιαγιά του, δε θα το δεχτώ. Άλλωστε, πόσες γιαγιάδες μπορεί να έχει κάποιος; Εγώ είχα, πάντως, εικόνα για την Ελλάδα από τα νεανικά μου χρόνια. Όταν ήμουν 18-19 ετών είχα μείνει με φίλους στη Θεσσαλονίκη, την Κατερίνη και το Λιτόχωρο, για περίπου έξι εβδομάδες. Θέλαμε να κάνουμε σέρφινγκ, αλλά δεν είχε καθόλου αέρα».

Πηγή: gazzetta.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...