Επιβίωση με τεχνητή αναπνοή

Ο Νίκος Παπαδογιάννης παρακολουθεί με προσήλωση τους τελικούς Ισπανίας και Τουρκίας, για να διώξει το σύνδρομο στέρησης.

Το ένα ημισφαίριο του εγκεφάλου μου παρακολουθεί τους τελικούς ξένων πρωταθλημάτων και χολοσκάει από στενοχώρια. Γιατί να μην έχουμε και του λόγου μας μία ωραία γιορτή του μπάσκετ κάθε Ιούνιο, όπως οι Ισπανοί, οι Γερμανοί, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι και οι τάχα απολίτιστοι Τούρκοι;

Σε ποιο πηγάδι κατουρήσαμε και μείναμε τόσες δεκαετίες πίσω, εμείς που υποτίθεται ότι με τους Ολυμπιακούς Αγώνες θα ξαναβρίσκαμε τη χαμένη αθλητική μας ευγένεια;

Διάβολε, Ρεάλ-Μπαρτσελόνα παίζουν στην Ισπανία, μίσος εναντίον μίσους, αλλά να που κολυμπάνε στον πολιτισμό και στο ευ αγωνίζεσθαι, χωρίς ωστόσο να θυσιάζουν το πάθος και την αλεγκρία τους.

Το υψηλότατο επίπεδο των ίδιων των αγώνων ξεκινάει, κατά τη γνώμη μου, από την εξέδρα. Ο αθλητής που μπαίνει στο γήπεδο χωρίς να φοβάται για τη σωματική ακεραιότητα ή για τα ρέστα που θα του ζητηθούν σε περίπτωση ήττας πλησιάζει πιο εύκολα τις δυνατότητές του.

Η δική μας ειδικότητα είναι να πιάνουμε στα χέρια μας και στο στόμα μας μπασκετμπολίστες παγκόσμιας κλάσης και να τους κάνουμε σαν τα μούτρα μας, για να νιώθουμε καλύτερα όταν τους βλέπουμε δίπλα μας στον δρόμο.

Το έτερον ήμισυ του ίδιου εγκεφάλου, αυτού του ελαττωματικού που μου έδωσαν τέλος πάντων, χαίρεται που για μία φορά αποφύγαμε το διεθνές ρεζιλίκι του Ιουνίου και το χτικιό που μας κάνει να καταριόμαστε την ώρα και τη στιγμή.

Βεβαίως δεν πρόκειται για ματαίωση. Απλώς η ξεφτίλα μετατέθηκε χρονικά, από το καλοκαίρι στο γλυκύ μας έαρ. Αλλά εκείνη η εποχή ήταν πιο βολική για να περάσει ντούκου το καραγκιοζιλίκι, αφού είχαμε την Euroleague για παρηγοριά, το ποδόσφαιρο για να απορροφά τους κραδασμούς του φανατισμού και την κουβέρτα για να κρύβουμε τα μούτρα μας από τους ξένους. 

Κάναμε λιγάκι το κορόιδο στη Βιτόρια που μας άνοιγαν κουβέντα οι παλιοί γνωστοί για τους κλυδωνισμούς του εγχώριου οικοδομήματος, συντονίσαμε τον υπολογιστή στα πλέι-οφ του ΝΒΑ για παρηγοριά και προχωρήσαμε παρακάτω.

Το «παρακάτω» ήταν η πιο ξενέρωτη σειρά ημιτελικών και τελικών στην ιστορία της Α1. Η πιο ξενέρωτη και ως εκ τούτου η πιο αποκρουστική. Η πιο ξενέρωτη και ως εκ τούτου η πλέον απολαυστική.

Ξέρω, ξέρω, βαρεθήκατε να διαβάζετε τα ίδια και τα ίδια. Άλλο τόσο βαρέθηκα εγώ να τα γράφω. Τι άλλο να γράψω, όμως, ο ακραιφνής μπασκετικός σχολιαστής;

Για το ντραφτ και τις μεταγραφές του ΝΒΑ, όπου όλοι οι υπολογισμοί γίνονται με κριτήριο τον Φόρο Πολυτελείας, τον ΕΝΦΙΑ και το Ε9; Για τις ζυμώσεις στα ημίφωτα υπόγεια της Α1, όπου πωλούνται και αγοράζονται ΑΦΜ σαν να είναι μεταχειρισμένοι πρωτοχρονιάτικοι λαχνοί;

Για το Μουντομπάσκετ, όπου οι αντίπαλοι συσπειρώνονται αλλά οι δικοί μας ζουν με τον φόβο του θρυλούμενου «κόκκινου» μποϊκοτάζ στην Εθνική; Για την Αδριατική Λίγκα, που ακούει για Έλληνες και κρύβεται στα ξεχασμένα μπούνκερ του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου για να τους αποφύγει;

Για την προεκλογική περίοδο, όπου μπασκετικοί και λιγότερο μπασκετικοί γλείφουν εκεί που έφτυναν και φτύνουν εκεί που έγλειφαν; Για τον Στηβ Γιατζόγλου, που έπεσε στο κρεβάτι με τους νεοναζί και ντροπιάζει το καλό όνομα του αθλήματος που υπηρετούσε;

Πέρα από το σήριαλ Σλούκα, ήδη τρίτο μέσα σε μία τετραετία, δεν υπάρχει τίποτε πραγματικά άξιο σχολιασμού στο στερέωμα του ελληνικού μπάσκετ. Ακόμα και η συγκεκριμένη σαπουνόπερα αμφιβάλλω αν αντέχει τόσα επεισόδια όσα με τεχνητή αναπνοή του προσφέρουν τα μέσα ενημέρωσης.

Ο 29χρονος διεθνής δεν έχει λόγο να επιστρέψει στο χειμαζόμενο μπάσκετ της χειμαζόμενης πατρίδας του, εκτός και αν η πρόσφατη τραγωδία αλλάζει τα δεδομένα της οικογενειακής του ζωής.

Ακόμα και έτσι, η γενέτειρά του (Θεσσαλονίκη) βρίσκεται πιο κοντά στην Κωνσταντινούπολη, παρά στην Αθήνα. Ο Σλούκας είναι εσωστρεφής και συναισθηματικός τύπος, ωστόσο η Ελλάδα έχει τον τρόπο να καταστρέφει το συναίσθημα και να εκφυλίζει την εσωστρέφεια.

Κακά τα ψέματα και οι αυταπάτες. Ούτε τα οικονομικά δεδομένα των ομάδων μας μπορούν να φέρουν στον τόπο μας έναν αθλητή αυτού του βεληνεκούς (και κασέ) ούτε η γενικότερη αύρα.

Ίσως είναι πιο χρήσιμο, να κλείσουμε τα σύνορα για να μη διαφύγουν προς τα έξω τα τελευταία πετράδια που μας απέμειναν. Με πρώτο τον Ρικ Πιτίνο.

Φοβάμαι ότι ο Ολυμπιακός θα πληρώσει αρκετά ακριβά -με υπεραξίες- όσα με δική του ευθύνη ή πρωτοβουλία συνέβησαν τους τελευταίους μήνες. Δεν εξετάζω το δίκαιο ή άδικο των  ασυνάρτητων κινήσεών του, αλλά το εφέ που αυτές είχαν στον ψυχισμό της αγοράς.

Ο αθλητής που στα μέσα Ιουνίου καλείται να ανταποκριθεί στο φλερτ των «ερυθρολεύκων» δεν γνωρίζει ούτε σε πόσες (και ποιες) διοργανώσεις θα αγωνιστεί ούτε πότε θα πάρει τα χρήματά του.

Ειδικά στα μάτια ενός ξένου που δεν γνωρίζει τι εστί Ελλάδα, οι προφορικές διαβεβαιώσεις δεν αποτελούν εγγύηση. Πρόβλημα με τις πληρωμές υπάρχει σε πολλές ομάδες, ανταγωνιστικές εννοώ και όχι μαγαζάκια, αλλά ο Ολυμπιακός στάθηκε ανήμπορος να το κρατήσει μέσα στα στεγανά των αποδυτηρίων του.

Επιπρόσθετα, η διοίκησή του δυσκολεύεται να συμπληρώσει με πριμ και άλλα μπόνους τους υπεσχημένους μισθούς, αφού ο νεοσύλλεκτος αθλητής «κινδυνεύει» να αγωνιστεί μοναχά στην Euroleague.

Η κακή αγωνιστική εικόνα της ομάδες στα χέρια του Ντέιβιντ Μπλατ είναι ένα πρόσθετο εμπόδιο, αφού ο Αμερικανοϊσραηλινός παραμένει στο τιμόνι της ομάδας ανεπηρέαστος από την αποτυχία.

Αν μη τι άλλο, ο Παναθηναϊκός τράβηξε το λαχείο Πιτίνο και μπορεί –μέχρι νεωτέρας- να το πλασάρει στους πιθανούς στόχους του, ώστε να πετύχει ευνοϊκούς όρους σε κάθε «ντιλ».

Ένας μπασκετμπολίστας με όνομα και φιλοδοξίες μπορεί να κάνει σκόντο στις απαιτήσεις του (και να παραβλέψει τις προφανείς «πράσινες» παθογένειες) προκειμένου να συνεργαστεί με το τοτέμ Πιτίνο, αλλά δύσκολα θα κάνει το ίδιο για τον Ολυμπιακό των αποχωρήσεων, του υποβιβασμού και της δυσπραγίας.

Το κύρος του Μπλατ θα μπορούσε να παίξει παρόμοιο ρόλο αν μιλούσαμε για το 2018, και ήταν, νομίζω, μέρος του σχεδίου, αλλά έκτοτε κύλησε πολύ νερό στο κόκκινο λιμάνι.    

Πηγή: gazzeta.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...