Λέω να πάω σινεμαδάκι…

Ο Νίκος Παπαδογιάννης θυμάται τα δύο Μουντιάλ της ζωής του και νοσταλγεί τη χαμένη προσμονή αλλοτινών καιρών.

Έχω δει από κοντά τη Βραζιλία να κερδίζει τον παγκόσμιο τίτλο δύο φορές, όταν ακόμη ο σημερινός σέντερ φορ της (Γκάμπριελ Ζεσούς) ήταν αγέννητος (1994) ή γαβριάς στο Σάο Πάουλο (2002).

Ήμουν παρών στον τελευταίο αγώνα του Μαραντόνα με την Εθνική ομάδα, Αργεντινή-Νιγηρία στις 25 Ιουνίου του ’94 και του πήρα και δηλώσεις, εγώ στο πάτωμα και εκείνος σκαρφαλωμένος στους ώμους του Κανίχια, σε κατάσταση ένθεης μανίας.

Έχω δει τη Ουίτνεϊ Χιούστον να τραγουδάει μέσα στο λιοπύρι πριν από τελικό και την Νταϊάνα Ρος να αστοχεί σε πέναλτι από 5 μέτρα.

Ήμουν μέσα όταν η Βραζιλία νίκησε την Αγγλία με την τυχερή λόμπα του Ροναλντίνιο, σε μία πόλη της Ιαπωνίας στη σκιά του όρους Φούτζι. 

Παρακολούθησα την Τουρκία, τη Σουηδία και τη Βουλγαρία να παίζουν σε μουντιαλικούς ημιτελικούς και να μη πιστεύουν στην τύχη τους.

Εζησα τον πυρετό χιλιάδων εμιγκρέδων της Νέας Υόρκης πριν από αναμέτρηση Ιταλίας-Ιρλανδίας. Παρακολούθησα τον Βάιο Καραγιάννη να παίζει σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένιωσα τα τύμπανα των αυτιών μου να τρυπάνε από τις στριγγλιές μικρών παρθένων της Άπω Ανατολής για τον Ντέιβιντ Μπέκαμ.

Είδα Βραζιλιάνους δημοσιογράφους να μελαγχολούν παρά την κατάκτηση του τροπαίου επειδή διαψεύστηκαν τα δυσοίωνα προγνωστικά τους.

Μοιράστηκα τη σκασίλα των Ελλήνων ομογενών της Βοστώνης και τους υποσχέθηκα -ευτυχώς βάσιμα- ότι «έρχεται η Εθνική μπάσκετ να σας αποζημιώσει».

Θαμπώθηκα από την καράφλα του Λέτσκοφ. Μούντζωσα τον Ρομπέρτο Μπάτζο όταν έστειλε εκείνο το πέναλτι στον γαλάζιο ουρανό της Πασαντίνα.

Μύρισα τον τίμιο ιδρώτα των Τούρκων φιλάθλων από ποδοσφαιρικές φανέλες που έκλειναν έναν μήνα μακριά από πλυντήριο.

Άκουσα τον Σωτηρακόπουλο να ανακοινώνει από μικροφώνου σε συνάθροιση Ελλήνων μπρούκληδων ότι «πιάστηκε ντοπέ ποδοσφαιριστής του Ομίλου μας, ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε, αλλά είναι Αργεντινός και φοράει το νούμερο 10».

Θαύμασα τη Βραζιλία των τεσσάρων R και πάνω απ’όλους τον πραγματικό Ρονάλντο. Σκιάχτηκα με το θωρηκτό που λεγόταν Όλιβερ Καν.

Στριμώχτηκα σε τρένο σινκάνσεν μαζί με χιλιάδες Άγγλους που έκλαιγαν με μαύρο δάκρυ. Ικέτευσα, του κάκου, για μία από τις εκείνες τις υπέροχες μπλε φανέλες της Εθνικής Ιαπωνίας.

Είδα Έλληνες δημοσιογράφους να κουτρουβαλιάζουν δέκα δέκα τα σκαλιά για να προφτάσουν ένα τσιγάρο στη ζούλα πριν την παράταση, αφού ήδη το 1994 απαγορευόταν το κάπνισμα στα γήπεδα των ΗΠΑ.

Διάβασα θυμωμένος τη συνέντευξη-μαϊμού του Γεκινί που δημοσιεύτηκε την επόμενη μέρα σε άλλη εφημερίδα, ενώ ο «ερυθρόλευκος» Νιγηριανός είχε μιλήσει μόνο σε μένα.

Ξέχασα ένα γιλέκο και τρεις γραβάτες σε ένα ξενοδοχείο στο Ντάλας, από τη φούρια μου να προλάβω το αεροπλάνο για το Χιούστον όπου έπαιζαν την ίδια μέρα Ρόκετς-Νικς.

Στοιχημάτισα με άλλους Έλληνες συναδέλφους στις πόσες πάσες θα πετύχουν συμπαίκτη οι Έλληνες διεθνείς στην τελευταία προπόνηση πριν το 0-4 από τη Βουλγαρία.

Κλειδώθηκα μέσα σε μπαρ μαζί με 7-8 Γιαπωνέζους που δεν είχα ξανασυναντήσει στη ζωή μου, ωστόσο επέμεναν να με κεράσουν άλλη μία μπύρα ή δέκα-δώδεκα.

Ξέμεινα από βενζίνη 1,5 χιλιόμετρο πριν το αεροδρόμιο του Λος Άντζελες και έτρεχα με μπιτόνι στα χέρια να βρω ανοιχτό πρατήριο.

Καθεμία από τις παραπάνω αναφορές θα μπορούσε να γίνει ξεχωριστή ιστοριούλα, αλλά αφήνω να τις διαβάσετε στο βιβλίο μου («O Nίκος Λείπει»), που κυκλοφορεί οσονούπω!

Το Μουντιάλ που αρχίζει σε μερικές ώρες στη Μόσχα θα είναι το 12ο της ζωής μου, το 12ο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου εννοώ, αφού οι πρώτες -τηλεοπτικές- ποδοσφαιρικές αναμνήσεις μου είναι από τη διοργάνωση του 1974 στη Γερμανία.

Το γήπεδο-λίμνη που άδειαζε με αντλίες πριν τον ημιτελικό των γηπεδούχων με τους Πολωνούς στο Μόναχο, η πολύκροτη νίκη των Ανατολικογερμανών επί των άσπονδων Δυτικών γειτόνων στον πρώτο γύρο, το πέναλτι που κέρδισαν οι Ολλανδοί στο 1ο λεπτό του τελικού πριν ακόμη αντίπαλος αγγίξει τη μπάλα.

Σκασίλα το ’78 για την ήττα των ίδιων Ολλανδών από την Αργεντινή, πανηγύρι το ’82 για το 3-2 των Ιταλών επί της Βραζιλίας, σοκ και δέος για τις παραστάσεις του Μαραντόνα στο Μεξικό, χασμουρητό ατελείωτο στο Italia ’90.

Όταν βεβαίως κάποιος αξιωθεί να παρακολουθήσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο από κοντά, όπως αξιώθηκε η αφεντιά μου το 1994 και ξανά το 2002 στις δύο άκρες του παγκόσμιου χάρτη, η οπτική γωνία αλλάζει και οι προσλαμβάνουσες είναι διαφορετικές.

Δεν θυμάμαι τόσο τα γκολ και τις ντρίμπλες, όσο τα χρώματα, τα αρώματα, τις αφρικανικές κελεμπίες, τα βραζιλιάνικα τύμπανα, τα εγγλέζικα τραγούδια, τη γεύση του σάκε, τον ήλιο της Καλιφόρνια, το βρεγμένο χώμα της Σιζουόκα, τους καουμπόηδες του Τέξας, το ίδιο το ταξίδι.

Ομολογώ ότι έχω περισσότερες αναμνήσεις από το 1978, όταν ήμουν τρελαμένο με τη μπάλα παιδί 12 ετών, παρά από το 1998 ή από το 2012.

Δυσκολεύομαι πολύ να θυμηθώ ποιον απέκλεισαν Ολλανδοί και Ισπανοί στα ημιτελικά της Νότιας Αφρικής, αλλά μπορώ να αραδιάσω από μνήμης χωρίς γκουγκλάρισμα ολόκληρη σχεδόν την ενδεκάδα της Εθνικής Περού που έφαγε την πολυσυζητημένη εξάρα από τους Αργεντινούς στο Μουντιάλ του Βιδέλα. 

Κιρόγα, Ντουάρτε, Τσούμπιτας, Βελάσκες, Κουέτο, Kεσάδα, Κουμπίγιας, Όμπλιτας, Σοτίλ, τους άλλους τους ξεχνάω.

Καλά τα πήγα; Ορισμένων θυμάμαι ακόμα και τις φάτσες τους. Ο αρχηγός Τσούμπιτας ήταν Ίνκα. Είδα κι έπαθα, τότε, να βρω τη θρυλική εμφάνισή τους (με την κόκκινη διαγώνια ρίγα σε άσπρο φόντο) στο Subbuteo.

Η προσμονή έχει σβήσει εδώ και χρόνια. Θα παρακολουθήσω φυσικά το Μουντιάλ, με έμφαση στους αγώνες όπου θα εμφανιστούν οι 12 εκπρόσωποι της Τότεναμ, αλλά και να το χάσω δεν θα μου λείψει.

Ούτε πρόκειται να χάσω καμιά καλή συναυλία για να δω μπάλα. Οι συναυλίες προηγούνται έναντι όλων.

Η εξήγηση για το ξενέρωμα που με βασανίζει είναι απλή.

Τον παλιό καιρό, το ανά διετία τηλεοπτικό ραντεβού με τους κορυφαίους μπαλαδόρους του Κόσμου ή της Ευρώπης ήταν σπάνια ευκαιρία για πολυήμερη ποδοσφαιρική φιέστα.

Μάλιστα οι Κωτσόβολοι της εποχής έκαναν χρυσές δουλειές τα ζυγά καλοκαίρια, ιδίως την εποχή της μετάβασης από την ασπρόμαυρη στην έγχρωμη τηλεόραση.

Εν έτει 2018, όμως, τώρα που μεταδίδονται απ’ευθείας ακόμα και ασήμαντα φιλικά, ο κόσμος έχει μπουχτίσει από ποδόσφαιρο.

Ποιος χρειάζεται άλλη μία παράσταση από τον Τόνι Κρόος και τον Λουίς Σουάρες; Τι καινούριο μπορεί να περιμένει κανείς ακόμα και ημίθεους όπως ο Μέσι, ο Κριστιάνο ή ο Κίραν Τρίπιερ;

Πόσο να αντέξει κανείς τον Πολ το χταπόδι και τον προφήτη τυφλό γάτο του Ερμιτάζ;

Ο εξωτισμός που φέρνουν μαζί τους οι ομάδες από την Αφρική, την Ασία και τη Νότια Αμερική είναι ένα κάποιο δέλεαρ, αλλά και αυτών ακόμη οι πρωταγωνιστές είναι γνώριμες από τα ευρωπαϊκά γήπεδα -συχνά ξεζουμισμένες- φιγούρες.

Εμένα που έχω και αλλεργία στο στοίχημα, το μοναδικό στοιχείο που μπορεί να μου προκαλέσει το ενδιαφέρον σε αυτό το ξεχειλωμένο τουρνουά των 32 ομάδων είναι η εκτόξευση κάποιας καινούριας Κόστα Ρίκα (όπως το 2014).

Αλλά και πάλι …Κέιλορ Νάβας. Οπότε, όχι. Βαρέθηκα ήδη. Όχι άλλο Νταλάρα,, Πάριο κι Αλεξίου. Θα πάω σινεμαδάκι. 

Πηγή: gazzeta.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Facebook Auto Publish Powered By : XYZScripts.com