Ο σιωπηλός Γκάλης της μιας βραδιάς!

Η Εθνική υποδέχεται σήμερα την Εσθονία και ο Βασίλης Σκουντής ξεσκαλίζει την ελληνική ιστορία του Τιτ …Γιαννόπουλου, κατά κόσμον Σοκ!

Κατέβασα χθες το βράδυ από τα ράφια τον φάκελο που έχω στο αρχείο μου για την πάρτη του και δεν πίστευα στα μάτια μου. Είδα ότι κάποτε πήρα μια συνέντευξη από τον Τιιτ Σοκ και έπαθα σοκ!

Η μάλλον Sokk και μάλιστα με δυο κάπα, όπως γράφεται το επώνυμο του!

Ναι, στο λόγο της τιμής μου, υπέστην αίφνης αυτή την κατάπληξη, ξεψαχνίζοντας τα αποκόμματα των εφημερίδων και διαπιστώνοντας μετά από 23 χρόνια ότι θα μπορούσα να στείλω αυτή τη συνέντευξη στη Μεταπτυχιακή Σχολή Δημοσιογραφίας του πανεπιστημίου Κολούμπια και να διεκδικήσω το βραβείο Πούλιτζερ!

Ένα βραβείο για μια συνέντευξη από έναν όχι απλώς λιγομίλητο, αλλά αμίλητο άνθρωπο!

Δεν ξέρω εάν ο νυν προπονητής της Εθνικής Εσθονίας διακατεχόταν τότε από την επιφυλακτικότητα, τον φόβο, την εσωστρέφεια και την αγοραφοβία που διέπνεαν γενικώς τους υπηκόους της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, αλλά δεν του ‘παιρνες κουβέντα ούτε κατόπιν αιτήσεως, μετά χαρτοσήμου κιόλας!

Πλάκα πλάκα, σε τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων που ακόμη και την καλημέρα τους την παίρνεις με το τσιγκέλι, (θαρρώ πως) κολλάει γάντι η ιστορία με τον βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαο, ο οποίος πήγε, λέει, κάποτε να κόψει τα μαλλιά του και ο (σεσημασμένος για τη φλυαρία του) μπαρμπέρης τον ρώτησε «πώς θέλεις να σε κουρέψω;».

Βεβαίως ο κουρέας αναφερόταν στο αισθητικό μέρος της υπόθεσης, αλλά ο Αρχέλαος, που ήθελε να βυθισθεί στις σκέψεις του και δεν είχε καμιά διάθεση να υποστεί το μπίρι μπίρι, του έδωσε μια απάντηση που δεν άφηνε κανένα περιθώριο…

«Θέλω να με κουρέψεις σιωπηλός»!

Ευτυχώς εκείνη την ημέρα που είχαμε συναντηθεί με τον … (ελέω μύστακος, Παναθηναϊκού και χαμηλών τόνων) «Βαζέχα του μπάσκετ», δεν μου ζήτησε κι ελόγου του να μείνω σιωπηλός!

Αλλά κι αυτός – ω του θαύματος – έλυσε τη σιωπή του και για δυο ώρες που κράτησε εκείνη η συνέντευξη η γλώσσα του πήγαινε ροδάνι!

«Αυτός ήμουν πάντοτε. Ένας φτωχός και μόνος καουμπόης. Εγώ και η Ντόλι μου» μου είχε πει γελώντας. Α, ναι, αυτό ξέχασα να το γράψω: ο Τιτ όχι μόνο μιλούσε, αλλά γελούσε κιόλας!

«Δεν μου αρέσει να με προσέχουν και να πολυασχολούνται μαζί μου, έστω κι αν είμαι πρόσωπο της επικαιρότητας. Ευτυχώς στο Ταλλίν μου ήταν πιο εύκολο να περνάω απαρατήρητος, αλλά εδώ στην Ελλάδα ο κόσμος ασχολείται πολύ με το μπάσκετ και νιώθω τα βλέμματα καρφωμένα πάνω μου».

Τον είχα ρωτήσει τότε «μα πώς βρε χρυσέ μου είναι δυνατόν να περνάει απαρατήρητος ένας χρυσός Ολυμπιονίκης;» και η απάντηση του με είχε αφήσει άναυδο: «Α, εκείνο το χρυσό μετάλλιο το ξεπέρασα αμέσως και δεν νιώθω πως έχει σημαδέψει τη ζωή μου. Απλώς έτυχε να είμαι τότε εκεί. Περισσότερο από το μετάλλιο με έχει σημαδέψει η επιστροφή μου από τη Σεούλ στο Ταλλίν. Αυτές τις σκηνές δεν θα τις ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Τότε η ομοσπονδία και ο Γκομέλσκι εφάρμοζαν μια ηλίθια λογική, σύμφωνα με την οποία οι παίκτες της Εθνικής ομάδας έπρεπε να προπονούμαστε έξι μήνες για να παίξουμε σε μια διοργάνωση και αν δεν παίρναμε το χρυσό μετάλλιο είχαμε πρόβλημα. Ο Γκομέλσκι δεν ήταν τίποτε ιδιαίτερο ως προπονητής, αλλά είχε ταλέντο στην ψυχολογία και κατάφερνε να μας παραμυθιάζει και να μας κάνει να πιστεύουμε ότι ήμασταν καλύτεροι από τον Μάικλ Τζόρνταν και τον Μάτζικ Τζόνσον»!

Όπως ο Σαμπόνις, αλλά και η υπόλοιπη λιθουανική συμμορία, ο Σοκ στεκόταν εμφανώς αποστασιοποιημένος απέναντι στον θρίαμβο των Σοβιετικών στη Σεούλ. Ο ίδιος θεωρούσε ως κορυφαία στιγμή της καριέρας του την κατάκτηση του τελευταίου πρωταθλήματος (της ενιαίας Σοβιετικής Ενωσης) με την Κάλεβ Ταλλίν τη σεζόν 1990-91, ενώ αντιπαραβάλλοντας τις δυο εποχές είχε πει το εξής: «Η ζωή στην Εσθονία είναι ακριβή και πρέπει να έχεις λεφτά για να ζήσεις καλά. Τότε στη Σοβιετική Ένωση, ακόμη κι αν είχες λεφτά δεν μπορούσες να ζήσεις καλά, διότι δεν υπήρχαν αγαθά, τα σούπερ μάρκετ ήταν άδεια και ο κόσμος πεινούσε και περνούσε δύσκολα».

Ο Σοκ είχε ως ίνδαλμα της νιότης του έναν μεγάλο Εσθονό παίκτη, τον Αλεξέι Τάμιστε, όχι τόσο για την μπασκετική αξία του, όσο για τον χαρακτήρα του. «Τον γούσταρα διότι ήταν επαναστάτης, τα έβαζε με όλους, δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για το τι θα πουν οι γύρω του και μάλιστα σε μια εποχή που απαγορευόταν να μιλάς και κινδύνευες ανά πάσα στιγμή να βρεις τον μπελά σου. Ο Τάμιστε τους έγραφε όλους στα παλιά του τα παπούτσια και γι’ αυτό ήταν ο ήρωας μου».

Τον τσίγκλαγα διαρκώς και τόσο πολύ ώστε θα μπορούσε να με κατηγορήσει για … bullying! «Εσύ πρέπει να ακούς όλη μέρα το ‘’living on my own’’ του Φρεντ Μέρκιουρι» του είπα κάποια στιγμή και σχολίασε γελώντας «αυτός το τραγούδι είναι ο… εθνικός ύμνος μου»!

Σε εκείνη τη συνέντευξη πάντως ο νυν προπονητής της Εθνικής Εσθονίας είχε κάνει την επανάσταση του. «Μη νομίζεις ότι επειδή είμαι αντικοινωνικός και λιγομίλητος, ζω σε κάποια νιρβάνα. Μέσα στο γήπεδο παθιάζομαι, νευριάζω, θυμώνω και νιώθω την ένταση και τα συναισθήματα».

Τότε, παραμονές των τελικών του πρωταθλήματος, ο Σοκ παρίστανε τον… baby sitter, καθώς μαζί με τη γυναίκα του, Μαρκίτ φύλαγαν τα παιδιά δυο φιλικών ζευγαριών τους που είχαν έλθει στην Ελλάδα για διακοπές και πήγαν κρουαζιέρα στα νησιά, χώρια τα δυο δικά τους αγόρια (Τάνελ και Τίμου) , τα οποία αργότερα βάδισαν στα χνάρια του μπαμπά τους αλλά και του παππού τους, Ογκουστ, παλαίμαχου παίκτη και πρώην προπονητή της Τάρτου.

Παρεμπιπτόντως ο Σοκ προέρχεται από μια μεγάλη αθλητική φαμίλια, καθώς εκτός από τον πατέρα του, η μητέρα του ήταν πρωταθλήτρια της ρυθμικής γυμναστικής και η γιαγιά του σκιέρ και τενίστρια!

Είχαμε πει πολλά και διάφορα με τον Σοκ, ο οποίος και στα τέσσερα χρόνια της καριέρας του στον Παναθηναϊκό αισθανόταν άβολα, διότι δεν κατάφερε να παίξει ποτέ στο Κύπελλο Πρωταθλητριών και συν τοις άλλοις υπήρξε (όπως και ο έτερος Καππαδόκης, Αιβαρ Κούουσμα) θεατής στο θριαμβευτικό Final 4 του 1996 στο Παρίσι.

Μιας και το έφερε η κουβέντα για τον συμπατριώτη του, θυμάμαι το σχόλιο του (τότε προπονητή του Παναθηναϊκού) Ευθύμη Κιουμουρτζόγλου, όταν είδε τη συνέντευξη. «Σαν πρωταπριλιάτικο αστείο μου φαίνεται. Εξι μήνες που βρίσκομαι στον Παναθηναϊκό μονάχα μια φορά άκουσα τη φωνή του και αν κατάλαβα καλά από το ύφος του, πρέπει να τσακωνόταν με τον Κούουσμα»!

Όταν έγινε αυτή η συνέντευξη, είχαν ήδη περάσει επτά μήνες από το καθόλου βελούδινο αντίο του Γκάλη, του οποίου ο Σοκ δήλωνε φανατικός θαυμαστής. «Δεν υπάρχει άλλος σαν αυτόν στην Ευρώπη» τόνισε. «Είτε τον είχα αντίπαλο, είτε συμπαίκτη γούρλωνα τα μάτια με αυτά που έκανε και με το πώς κατάφερνε να σκοράρει».

Εδώ ήρθαμε, που λένε και στο σινεμά, διότι στον Σοκ έλαχε ο κλήρος να γίνει εκείνο το απόγευμα Γκάλης στη θέση του Γκάλη!

Εννοώ το απόγευμα της Τρίτης, 18 Οκτωβρίου του 1994 στο Μετς, όπου μετά τον τσακωμό του Γκάλη με τον Κώστα Πολίτη και τη βίαιη αποχώρηση του από το γήπεδο, ο Τιτ… Γιαννόπουλος έγινε ο από μηχανής θεός, τον οποίο χρειαζόταν ο Παναθηναϊκός για να αποδράσει από το Μετς με τη νίκη, κόντρα στους Αμπελόκηπους (73-81).

Με το σκορ στο 67-66 από το καλάθι του Γιώργου Φλώρου (ο οποίος παρεμπιπτόντως γιορτάζει σήμερα τα 44α γενέθλια του), και ενώ οι γηπεδούχοι είχαν επιστρέψει από το -16 ανέλαβε δράση ο Σοκ και καθάρισε τη βρόμικη μπουγάδα. Ο γκαρντ του Παναθηναϊκού πέτυχε 17 πόντους με 7/9 δίποντα και 1/1 τρίποντο, μοίρασε τέσσερις ασίστ, έκανε τέσσερα κλεψίματα και όπως είπε ο… θιγείς Γιώργος Καλαφατάκης, «το ματς το έκρινε ένας παίκτης-κομπιούτερ, που όμοιος του δεν υπάρχει στο ελληνικό πρωτάθλημα»!

Στις τέσσερις σεζόν του με τη φανέλα του Παναθηναϊκού στο Πρωτάθλημα της Α1 και στο Κύπελλο Ελλάδος ο Σοκ μπορεί πάντοτε να βρισκόταν στη σκιά των προβεβλημένων συμπαικτών του αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που αναδείχθηκε σε clutch player.

Μια από αυτές τις καταλυτικές εμφανίσεις του συντελέσθηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1996, όταν ο Παναθηναϊκός νίκησε τον Ολυμπιακό με 85-72 και προκρίθηκε στο Final 4 του Κυπέλλου. Εκείνο το βράδυ ο σεληνιασμένος Ντομινίκ Ουίλκινς σκόραρε 30 πόντους, αλλά ο Μπόζινταρ Μάλκοβιτς εξύμνησε τον Σοκ, λέγοντας «σήμερα φάνηκε για άλλη μια φορά πόσο πολύ μας λείπει από την Ευρώπη».

Για τον Zoid ούτε κουβέντα ο Μπόζα!

Στον αντίποδα υπάρχει η… παρασπονδία του στην εντολή του Κώστα Πολίτη έναν χρόνο νωρίτερα: στον αγώνα Κυπέλλου με το Περιστέρι στον οποίο οι Πράσινοι ηττήθηκαν με 74-70, καθώς στην κρισιμότερη επίθεση και με το σκορ στο -2, ο Σοκ αντί να πασάρει στον Γκάλη ή στον Βράνκοβιτς, όπως είχε πάρει εντολή, μπουμπούνισε αυτός ένα τρίποντο που δεν βρήκε στόχο και έγινε ο home fatal της βραδιάς.

Τον μανδύα του μοιραίου παίκτη ενδύθηκε και στον αλήστου μνήμης πέμπτο τελικό με τον Ολυμπιακό (σκορ 45-44) στις 16 Μαΐου του 1995 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, όπου μετά το άστοχο τρίποντο του Οικονόμου και το επιθετικό ριμπάουντ του Βράνκοβιτς, η μπάλα βρέθηκε στα χέρια του για ένα τελευταίο σουτ, αλλά του γλίστρησε και πάπαλα!

Όλα τα χρόνια ο Σοκ έβγαζε σπυράκια με το επώνυμο Γιαννόπουλος και η υπόθεση της ελληνοποίησης του (σε μια εποχή που εκείνη η φάμπρικα ήταν της μόδας και πολύ δημοφιλής απανταχού της ελληνικής μπασκετικής επικράτειας) τον έβαλε αρκετές φορές σε μπελάδες…

Στις 17 Αυγούστου του 1994, ενώ ο Παναθηναϊκός ταξίδευε με προορισμό τη Φολγκερία της Ιταλίας για την προετοιμασία του ενόψει της νέας περιόδου, οι αρχές απαγόρευσαν σε αυτόν και στον Κούουσμα την έξοδο τους από τη χώρα, επειδή κηρύχθηκαν ανυπότακτοι από τον στρατό. Τότε παρενέβη ο Παύλος Γιαννακόπουλος, που τους εξασφάλισε αναβολή και οι δυο παίκτες αναχώρησαν την επόμενη ημέρα.

Το θέμα της απελευθέρωσης του ώστε να αγωνισθεί στο Κύπελλο Πρωταθλητριών πέρασε από χίλια μύρια κύματα, αλλά δεν λύθηκε ποτέ, διότι η FIBA αρνήθηκε να του εκχωρήσει το full eligibility, ενώ το 1996 ναι μεν ενέπιπτε στην ευεργετική συγκυρία της απόφασης Μποσμάν, ωστόσο ο Παναθηναϊκός δεν τον είχε δηλώσει στη λίστα των παικτών και η υπόθεση εξελίχθηκε σε νεκρό γράμμα.

Μερικούς μήνες νωρίτερα ο Σοκ είχε πρωταγωνιστήσει σε ένα μυστηριώδες και πάντως κακόγουστο σίριαλ, που έμελλε να τον σταμπάρει και να παίξει καθοριστικό ρόλο στο μεταγενέστερο διαζύγιο του με τον Παναθηναϊκό.

Τι συνέβη τότε; Ξαφνικά στις 8 Σεπτεμβρίου του 1995, οι Πράσινοι έμαθαν κατάπληκτοι ότι ο Εσθονός γκαρντ άδειασε το σπίτι του και επέστρεψε στο Ταλλίν, χωρίς καμία προειδοποίηση, αλλά και καμία προφανή αιτία.

Για ένα εικοσαήμερο παίχθηκε το θέατρο του παραλόγου, με τον Σοκ να μη δίνει σημεία ζωής και με τον Μάλκοβιτς να τον θεωρεί ασυγχώρητο «εάν είναι αλήθεια ότι πειράχτηκε από την αρνητική κριτική που του έκανα για την απόδοση του στο Τουρνουά του Βελιγραδίου». Ο Παύλος Γιαννακόπουλος αναζητούσε per mare, per terram τον ίδιο τον παίκτη και τον Βέλγο ατζέντη του Βαν Γκεντ, οι φήμες των ημερών ήταν αλληλοσυγκρουόμενες, ενώ στο Ταλλίν κυκλοφορούσε η εκδοχή ότι ο Σοκ έθετε βέτο για να λάβει ένα πιστοποιητικό με το οποίο θα δηλωνόταν επισήμως (για κάθε νόμιμη χρήση) ότι ζει και εργάζεται στην Ελλάδα ως Εσθονός.

Ο λόγος; Είχε, λέει, μαζέψει 2.500.000 δολάρια και ήθελε να τα επενδύσει στην πατρίδα του ως ο Εσθονός Τιτ Σοκ και όχι ως ο Ελληνοποιημένος Τιτ Γιαννόπουλος!

Είκοσι ημέρες αργότερα, στις 29 Σεπτεμβρίου του 1995, ο «άσωτος υιός» επέστρεψε στην Αθήνα και επανεντάχθηκε στον Παναθηναϊκό, ο οποίος για κάθε ενδεχόμενο είχε προχωρήσει στη μεταγραφή του Τζον Κόρφα από τον ΠΑΟΚ, ωστόσο η υπόθεση της απόδρασης του τον στιγμάτισε και ο Παύλος Γιαννακόπουλος του το κράτησε μανιάτικο ή μάλλον…. σπαρτιάτικο…

Το αποτέλεσμα; Δεδομένου κιόλας ότι δεν μπορούσε να αγωνισθεί στην Ευρώπη, οι Πράσινοι δεν επιδίωξαν να τον κρατήσουν, του πρόφεραν για τα μάτια του κόσμου 550.000 δολάρια και προτού καν λάβουν την (αρνητική) απάντηση του έφεραν πίσω τον Γιάννη Γεωργικόπουλο, ο οποίος αγωνιζόταν ως δανεικός στον Απόλλωνα Πατρών.

Κατά τη θητεία του στον Παναθηναϊκό ο Σοκ «έγραψε» 12.3 πόντους τη σεζόν 1992-93, 9.6 πόντους τη σεζόν 1993-94, 8.0 πόντους 1994-95 και 7.0 πόντους τη σεζόν 1995-96.

Μετά την αποχώρηση του από τον Παναθηναϊκό, ο Σοκ βρήκε καταφύγιο στην Κάλεβ Ταλλίν, αλλά το καλοκαίρι του 1997 επέστρεψε στην Ελλάδα, για λογαριασμό του Αρη, με προξενητή τον Κιουμουρτζόγλου, με τον οποίο είχε αμοιβαία εκτίμηση. «Ήρθα για χάρη του Ευθύμη και θα μιλάω μόνο στο γήπεδο» είπε γελώντας την ημέρα της παρουσίασης του, αλλά δεν ήταν γραφτό του να στεριώσει και πάντως έφυγε πριν από το έπος των απλήρωτων στον τελικό Κυπέλλου του 1998.

Για την ακρίβεια ο Σοκ δραπέτευσε και πάλι (αλλά αυτή τη φορά δεν ξαναγύρισε) στις 12 Ιανουαρίου του 1998, κάνοντας έξαλλο τον συμπαίκτη του και στον Παναθηναϊκό και στον Αρη, Ζάρκο Πάσπαλι: «Όλοι είμαστε απλήρωτοι και μάλιστα εμένα μου χρωστάνε πολύ περισσότερα λεφτά απ’ ό,τι στον Σοκ, αλλά μένουμε για να πολεμήσουμε. Αυτός έφυγε χωρίς καν να μας αποχαιρετήσει».

Τέσσερις ημέρες αργότερα, ερήμην τους πλέον, ο Σοκ και ο Κούουσμα καταδικάσθηκαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε φυλάκιση 18 μηνών για την παράνομη ελληνοποίηση τους! Μαζί τους καταδικάσθηκαν και οι… άγνωστοι γονείς τους, ο Γιαννόπουλος και ο Μαγουλάς, ωστόσο η ποινή ήταν εξαγοράσιμη, ενώ αντιθέτως αθωώθηκαν για την ίδια υπόθεση ο Μίλαν Γκούροβιτς και ο Ντούσαν Γέλιτς.

Από τότε πέρασαν κιόλας είκοσι χρόνια και να που ο λεγάμενος ως… σκέτος Σοκ πλέον και χωρίς να κουβαλάει το άχθος του ελληνικού επωνύμου του επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος…

Πηγή: gazzeta.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Facebook Auto Publish Powered By : XYZScripts.com