Ο φόβος των επεισοδίων σε ένα ΟΑΚΑ που θα έχει μόνο προσκεκλημένους

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για τη νέα μαύρη σελίδα που γράφει το ποδόσφαιρο δημιουργώντας ένα ντοκιμαντέρ για την Ελλάδα του 2019, μια χώρα που δεν παρέχει ούτε τα στοιχειώδη και αυτονόητα.

Μέχρι το πρωί της Δευτέρας γνωρίζαμε ότι ζούμε σε μια χώρα που δεν μπορεί να κάνει τελικό κυπέλλου στο ποδόσφαιρο μπροστά σε γεμάτες εξέδρες. Κι ύστερα ξημέρωσε η μέρα που διαπιστώσαμε ότι οι εμπλεκόμενοι, δηλαδή η Πολιτεία, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία και οι δύο αντίπαλοι του τελικού, υπό την επίβλεψη των FIFA & UEFA, δεν μπόρεσαν καν να φτάσουν στην ανακοίνωση του αριθμού των προσκλήσεων που θα παραλάβουν οι δύο ομάδες. Διότι δεν μπορούν να διαχειριστούν ούτε αυτό. Δεν μπορούν δηλαδή να δυσαρεστήσουν τους κάφρους τους αν αυτοί γνωρίζουν ότι υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός προσκλήσεων, για παράδειγμα οι 500 για κάθε ομάδα. Είναι τέτοια και τόσο μεγάλη η αγωνία τους. Κι είναι τόσο μεγάλος ο κίνδυνος να γραφτεί ένα νέο κεφάλαιο στην μαύρη ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Να γραφτεί η ιστορία ενός τελικού στον οποίο θα βρίσκονται στην κερκίδα μόνο υψηλοί προσκεκλημένοι και δημοσιογράφοι και παρ’ όλα αυτά θα γίνουν επεισόδια.

Η Ελλάδα είναι σήμερα η χώρα της οποίας οι μεγάλοι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι δεν μπορούν να εγγυηθούν για τη συμπεριφορά ούτε των υψηλών προσκεκλημένων τους. Η χώρα στην οποία κατά τη διάρκεια του περσινού τελικού κυκλοφορούσαν στις δημοσιογραφικές θέσεις αστυνομικοί της Ασφάλειας προκειμένου να προλάβουν τυχόν επεισόδια ανάμεσα σε δημοσιογράφους. Η χώρα στην οποία η FIFA και η UEFA λαμβάνουν από τους τοποτηρητές τους την εισήγηση ότι “για να κρίνει η Πολιτεία ότι δεν υπάρχουν εγγυήσεις για την ασφάλεια των θεατών, έτσι πρέπει να είναι, και συνεπώς πρέπει να συναινέσουμε στη διεξαγωγή του χωρίς κόσμο”. Ελλάδα είναι η χώρα που υποχρέωσε με την πραγματικότητά της τις διεθνείς συνομοσπονδίες του ποδοσφαίρου να αναθεωρήσουν και να αναπροσαρμόσουν τη θέση τους. Από το “ο άδειος τελικός είναι λόγος GREXIT” φτάσαμε στο σημείο της συναίνεσης, και τούτο συνέβη διότι οι απεσταλμένοι των FIFA και UEFA, που άκουσαν τον υφυπουργό Αθλητισμού να τους ρωτά αν έχουν την πρόθεση να πάρουν με την ΕΠΟ την ευθύνη για την ομαλή διεξαγωγή του τελικού με γεμάτες κερκίδες δεν το συζήτησαν καν.

Ελλάδα του 2019 είναι η χώρα στην οποία η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία δεν μπορεί να πράξει ούτε το ελάχιστο, δηλαδή να διοργανώσει έναν τελικό με την παρουσία – μόνο – μαθητών στις κερκίδες. Δεν μπορεί να το κάνει επειδή δεν μπορεί να εξασφαλίσει ότι δεν θα παρουσιαστούν στο ΟΑΚΑ κάφροι για να παίξουν ξύλο δίπλα στα παιδιά.

Ελλάδα του 2019 είναι η χώρα της οποίας το ποδόσφαιρο ακούει τον υφυπουργό Αθλητισμού να του λέει “τελικός με γεμάτες εξέδρες, κι αν γίνουν επεισόδια παίρνετε την ευθύνη για GREXIT” και σηκώνει αμέσως τα χέρια ψηλά.

Πρέπει να ζεις αλλού για να μην αντιλαμβάνεσαι ότι όλο αυτό δεν είναι ένα ποδοσφαιρικό, αλλά είναι το γενικό πρόβλημα της Ελλάδας του 2019. Σκέψου ότι υπάρχουν χώρες που τις νομίζουμε για παρόμοιου ή χαμηλότερου επιπέδου, οι οποίες διοργανώνουν τελικό με την παρουσία οπαδών και των δύο ομάδων δίχως νεκρές ζώνες και δεν ανοίγει μύτη. Το ποδόσφαιρο δεν μπορεί, δεν γίνεται να λύσει το πρόβλημα. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει, αν ήθελε, θα ήταν να το διώξει το πρόβλημα από την αυλή του, δηλαδή να τους αναγκάσει όλους αυτούς τους – επαγγελματίες ή ερασιτέχνες – κάφρους να πηγαίνουν στο διπλανό ή το παρακάτω στενό για να ξεκοιλιαστούν. Αυτό δεν θέλει να το κάνει, κι αυτή είναι η μόνη – μεγάλη – ευθύνη που του αναλογεί. Οι υπόλοιπες είναι πτυχές του γενικότερου ελληνικού προβλήματος. Αυτή η ιστορία είναι ένα σύντομο ντοκιμαντέρ για την Ελλάδα του 2019. Για μια χώρα που δεν μπορεί να σου εγγυηθεί και να σου προσφέρει ούτε τα βασικά, τα αυτονόητα, τα στοιχειώδη, την ίδια στιγμή που προσπαθεί με εικόνες και τεχνάσματα, με επικοινωνία να σε πείσει ότι όχι απλώς θέλει να αλλάξει αλλά και ότι βιάζεται να εκσυγχρονιστεί και να προφτάσει τους Ευρωπαίους που προπορεύονται. Σκέψου, ο τελικός θα έχει διαιτητές επιπέδου Champions League, θα έχει VAR, θα έχει goal line technology, δηλαδή όλα τα καλούδια της εξέλιξης και τα ευρωπαϊκά εχέγγυα αξιοπιστίας, και δεν θα έχει το τρίτο βασικότερο συστατικό, μετά τη μπάλα και τους 22 ποδοσφαιριστές, της φύσης του ποδοσφαίρου: ποδοσφαιρόφιλους. Κάτι παρόμοιο δεν ζεις σε όλες τις υπόλοιπες πτυχές της πραγματικής ζωής σου; Αυτό δεν μοιάζει να συμβαίνει εδώ και δεκαετίες σε κάθε πεδίο της ελληνικής ζωής;

Το σημείωνα προ 15θημέρου, κάθε φορά που βρίσκομαι στην “πότε θα αλλάξει το ποδόσφαιρο;” ερώτηση δίνω την “όταν θα αλλάξει η Ελλάδα” απάντηση. Ισως είναι βολικό να τα “χώνουμε” στο ποδόσφαιρο, να το δαιμονοποιούμε ή να το απορρίπτουμε. Είναι ένας τυπικός τρόπος άμυνας απέναντι στα μεγάλα προβλήματα της ζωής στην Ελλάδα αυτός. Στο μυαλό μας όλοι προσφέρονται για να δαιμονοποιηθούν ώστε να γλιτώσουμε την επώδυνη διαδικασία της αυτοκριτικής ή να αναμετρηθούμε με τον πραγματικά υπεύθυνο για τη δυστυχία μας, που λέει κι ο ορισμός. Αυτός ο τρόπος μας είναι η κλασσική ελληνική νοοτροπία του μέσου πολίτη. Και μια εξήγηση για το πώς έχουμε φτάσει εδώ· όχι στο ποδόσφαιρο, στην πραγματική ζωή.

Είναι ευθύνη όλων μας, όπως φυσικά και των προηγούμενων από εμάς, αυτό που ζούμε στο ποδόσφαιρο. Θα έπρεπε αυτό το κατάντημα να μας δίνει το ερέθισμα για αυτοκριτική. Ως δημοσιογράφοι όλοι εμείς έχουμε προφανώς αποτύχει. Δεν το βοηθάμε το ποδόσφαιρο να αλλάξει. Το μοναδικό όραμα που έχει μείνει ζωντανό είναι το να μην αφήσουμε το σημερινό ποδόσφαιρο να μας αλλάξει, όσους μας καίει να μην αλλάξουμε.

Πηγή: gazzeta.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...