Το πραγματικό ποδόσφαιρο, που “χαλάει” μια ωραία ιστορία

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για τη διάψευση της “it’s coming home” θεωρίας, και για την ιστορία των Κροατών που υπενθυμίζει ότι η φύση του ποδοσφαίρου συχνά δεν “επιβραβεύει” την μεθοδική δουλειά, υποτάσσεται στο ταλέντο και ακυρώνει τα “μαθηματικά”.

Στη μια πλευρά του τερέν παρατάχθηκε μια από τις πιο διαφημισμένες, από τα media, ομάδες του πλανήτη, αυτή που έρχεται από το ακριβότερο πρωτάθλημα στον πλανήτη. Στην άλλη πλευρά παρατάχθηκε μια ομάδα που κατάγεται από μια χώρα της οποίας το ποδόσφαιρο έχει κακή φήμη λόγω μιας σειράς σκανδάλων διαφθοράς που έχουν ξεσπάσει στη διάρκεια των τελευταίων ετών. Στη μια πλευρά του τερέν παρατάχθηκε η ομάδα μιας ομοσπονδίας η οποία τρέχει εδώ και τέσσερα χρόνια ένα project ανασυγκρότησης του εθνικού ποδοσφαίρου, το “England DNA” project, βάσει του οποίου εκπαιδεύονται ποδοσφαιριστές από την παιδική ηλικία για να στελεχώνουν τις εθνικές ομάδες και ανατρέφονται με στόχο να στελεχώνουν την πρώτη ομάδα. Στην άλλη πλευρά του τερέν παρατάχθηκε μια ομάδα της οποίας η ομοσπονδία άλλαξε προπονητή τον περασμένο Οκτώβριο, “φώναξε” με τη στάση της ότι τον σημερινό της προπονητή δεν τον αντιλαμβανόταν ως ιδανική επιλογή και του έδωσε ένα σκάρτο τριήμερο για να γνωριστεί με τους παίκτες προτού παίξει, στις 9 Οκτωβρίου, έναν “τελικό” με την Ουκρανία για να καταλάβει τη 2η θέση στον όμιλό της στην προκριματική φάση και να εξασφαλίσει την συμμετοχή στη φάση των μπαράζ για την πρόκριση στην τελική φάση. Η πρόσληψή του έγινε στη βάση ότι αν χάσει αυτό το ματς και τη 2η θέση, δεν θα έχει συμβόλαιο με την ομοσπονδία. Στη μια πλευρά του τερέν παρατάχθηκε μια από τις ακριβότερες, σε χρηματιστηριακή αξία, ομάδες, η οποία κοστίζει – η 23αδα – περί τα 900 εκατ. ευρώ, και στην απέναντι πλευρά μια ομάδα της οποίας η αποστολή κοστίζει χρηματιστηριακά περίπου 370 εκατ. ευρώ. Στον ένα πάγκο καθόταν ο προπονητής με το 7ο καλύτερο συμβόλαιο από τους 32 που πήγαν στο Μουντιάλ (1,9 εκατ. ευρώ ετησίως) και στον άλλο καθόταν αυτός με το 23ο συμβόλαιο (546 χιλιάδες ευρώ ετησίως). Η Αγγλία ήταν το φαβορί των bookmakers σε αυτόν τον ημιτελικό. Ετσι κι αλλιώς αυτοί έδιναν στην Αγγλία περίπου διπλάσιες πιθανότητες για την κατάκτηση του τροπαίου συγκριτικά με αυτές που έδιναν στην Κροατία.

Στα χαρτιά, και για μια σειρά από επιπλέον λόγους, η Κροατία έδειχνε χαμένη. Κι ύστερα άρχισε το παιχνίδι, το πραγματικό παιχνίδι, το ποδόσφαιρο. Και μέσα σε διάστημα περίπου 120′ αγωνιστικών λεπτών το ποδόσφαιρο υπενθύμισε στον πλανήτη τη φύση του και υπογράμμισε τη μοναδικότητά του. Οχι, στο τερέν του “Λουζνίκι” δεν γράφτηκε μια “Δαβίδ εναντίον Γολιάθ” ιστορία. Γράφτηκε όμως ιστορία, όχι μόνο επειδή η Κροατία έγινε η δεύτερη μικρή σε πληθυσμό χώρα, μετά την Ουρουγουάη του 1950, αλλά και επειδή το αουτσάιντερ της θεωρίας απέκλεισε το φαβορί. Γράφτηκε με πράξεις αυτό το “μας προκάλεσε το ότι μας υποτίμησαν” που σχολίασε ο Λούκα Μόντριτς μετά την ολοκλήρωση της παράτασης.

Η λήξη του παιχνιδιού βρήκε το σύνολο της ποδοσφαιρικής κοινωνίας να συμφωνεί στη διαπίστωση ότι νίκησε και προκρίθηκε στον τελικό η καλύτερη ομάδα. Συνέβη επειδή η Κροατία ήταν στο τερέν καλύτερη και “ακριβότερη” από την αναγραφόμενη “θεωρητική” τιμή της. Συνέβη επειδή συχνά στο ποδόσφαιρο η προσωπικότητα και η εμπειρία στον πρωταθλητισμό είναι αποφασιστικές, αποφασίζουν τον νικητή.

Η ιστορία της σημερινής Κροατίας, σε μια συζήτηση που περιορίζεται και εξαντλείται στο ποδόσφαιρο, είναι μια επανάληψη της ιστορίας της Ελλάδας του 2004: μια ομάδα που κατάγεται από μια μικρή χώρα και κατά συνέπεια αντλεί ποδοσφαιριστές από μια μικρή δεξαμενή, δεν πετυχαίνει χάρη στη μεθοδική δουλειά και την πιστή εφαρμογή ενός σχεδίου μιας μακρόπνοης επένδυσης στο ποδόσφαιρο, παρά μόνο επειδή της συμβαίνει να είναι σύγχρονοι τέσσερις – πέντε σπουδαίοι ποδοσφαιριστές και επειδή η ομοσπονδία έπαιξε μια ζαριά πάνω σε έναν προπονητή που είχε, όπως αποδεικνύεται, την ικανότητα να πάρει τις ποιοτικές μονάδες και να γίνει ο πρώτος που συνθέτει μια αποτελεσματική ομάδα με αυτές τις μονάδες.

Η απάντηση του Ζλάτκο Ντάλιτς στην ερώτηση που δέχθηκε την παραμονή του ημιτελικού, αυτό το “είναι το ταλέντο ή η συστηματική δουλειά η εξήγηση για την επιτυχία της Κροατίας;” ερώτημα, είναι αφοπλιστικά ουσιαστική: “Εχουμε πληθυσμό 4 εκατομμυρίων, δηλαδή έχουμε 4 εκατομμύρια προπονητές και ποδοσφαιριστές. Αν συγκρίνουμε τα αποτελέσματα με την υποδομή και τις συνθήκες που έχουμε στην πατρίδα, αυτό που πετυχαίνουμε είναι αδιανόητο. Είναι το ταλέντο μας, η περηφάνια, το πάθος και η υπευθυνότητά μας που μας έφερε ως εδώ”.

Το συμφέρον του αθλήματος πιθανόν να πρόσταζε την πρόκριση της Αγγλίας, δηλαδή την δικαίωση της μεθοδικής δουλειάς και της μακρόπνοης επένδυσης στην εκπαίδευση και τη σωστή ανατροφή των ποδοσφαιριστών, αλλά και αυτό που τελικώς συνέβη στο τερέν του “Λουζνίκι” δεν πηγαίνει κόντρα στα συμφέροντα του αθλήματος: μια παρέα σπουδαίων ποδοσφαιριστών αποδεικνύει ότι όταν υπάρχει ένας προπονητής με αποτελεσματικό αγωνιστικό σχέδιο και ικανότητα να παρακινεί και να εμπνέει, γίνονται θαύματα και μια μικρή χώρα φτάνει για πρώτη φορά σε τελικό Μουντιάλ. Αυτό που κάνει σήμερα η Κροατία εμπνέει ένα σωρό χώρες, ένα σωρό προπονητές και ποδοσφαιριστές ανά τον πλανήτη. Οπως είχε πει και ο Οτο Ρεχάγκελ περίπου τρεις μήνες μετά την κατάκτηση του Euro 2004 σε ένα συνέδριο προπονητών στη Λισσαβόνα, στο ποδόσφαιρο τίποτα δεν είναι αδύνατο. Ανεξάρτητα από συμπάθειες και αντιπάθειες, από κοινωνικές και πολιτκές προεκτάσεις, είναι κι αυτή μια ωραία και αυθεντική ποδοσφαιρική ιστορία που διατηρεί το απρόβλεπτο στα βασικά στοιχεία του ποδοσφαίρου.

Πηγή: gazzeta.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...