Μπερνάρντ Ντουάρτε: Αλεγρία από τα πόδια του και χρυσά συμβόλαια στα χέρια του

 Η διαδρομή και η ποδοσφαιρική ιστορία του Μπερνάρντ, τον οποίο ετοιμάζεται να υποδεχθεί ο Παναθηναϊκός. Η συνύπαρξη με τον Ροναλντίνιο, η ατάκα του Λουίς Φελίπε Σκολάρι που τον συνόδευσε στην καριέρα του, η ανθρωποφαγία ύστερα από την ιστορική “επτάρα” από τη Γερμανία, ο Μιρτσεά Λουτσέσκου και η Σαχτάρ, ο Μάρκο Σίλβα, ο Κάρλο Αντσελότι και τα “χρυσά” συμβόλαια σε Έβερτον και Εμιράτα.

Αν η Κολομβία είναι η πατρίδα του σύγχρονου υπερ-ρεαλισμού, η Βραζιλία είναι ο τόπος που ακούγονται, λέγονται, γράφονται και αποδίδονται οι πλέον δημιουργικοί, οι πιο ευφάνταστοι χαρακτηρισμοί. Σε σχέση φυσικά – με τι άλλο – το ποδόσφαιρο. Όταν όμως η καλλιτεχνία, έστω και ανεπιτήδευτη, μπλέκεται με την πραγματικότητα, τη ζωή (και ας είναι η ζωή των Βραζιλιάνων) τότε ακόμη και το πλέον ποιητικό κομπλιμέντο μετατρέπεται σε κατάρα.

Παραμονές του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών το 2013 ήταν. Ο Λουίς Φελίπε Σκολάρι ανακοίνωνε την αποστολή της “σελεσάο”. Από δαύτην, απουσίαζε το όνομα του Ροναλντίνιο, ο οποίος όχι μόνο είχε επαναπατριστεί, αλλά διένυε δεύτερη περίοδο άνθισης στην Ατλέτικο Μινέιρο, οδηγώντας την στην κατάκτηση του Κόπα Λιμπερταδόρες λίγες εβδομάδες νωρίτερα.

Ο “Φελιπάο” όμως δεν συγκινήθηκε. Δεν τον κάλεσε. Και προτίμησε στη θέση του ένα πιτσιρίκι, στα 21 του τότε, τον Μπερνάρντ Ντουάρτε, ο οποίος ήταν καταλυτικός σε εκείνη την ανεπανάληπτη πορεία της Galo για την ποδοσφαιρική κορυφή της λατινικής Αμερικής, μέλος ισότιμο ενός καρέ με διαφορετική από τον ίδιο επαγγελματική πορεία, ήδη φτασμένων: πέραν του Ροναλντίνιο, ήταν μαζί ο Ντιέγκο Ταρντέλι και ο Ζο.

Τότε, το μικροσκοπικό του δέμας, δεν ήταν πρόβλημα. Όπως όταν ξεκινούσε στα τσικό της Ατλέτικο Μινέιρο, οπότε και οι προπονητές περίμεναν το λάθος του για να δικαιολογήσουν ότι τον έκοβαν. “Είναι κοντός (τώρα δεν ξεπερνάει το 1.65 και αυτό κατόπιν ορμονικών θεραπειών που έκανε μεγαλώνοντας…), δεν κάνει”. Ο κοντός όμως ήταν πεισματάρης. Και κυρίως, μπαλάτος. Οσο μπόι του έλειπε, τόσο μεράκι για το τόπι είχε, τόσο ταλέντο, τόση ικανότητα. Και σε συνδυασμό με την διαολεμένη ταχύτητά του, το μείγμα γίνονταν εκρηκτικό, περιμένοντας μόνο τη φιτιλιά.

Αυτή πρωτομπήκε όταν δόθηκε δανεικός, με την ενηλικίωση, για ένα φεγγάρι σε ομάδα χαμηλότερης κατηγορίας. Παίζοντας σε ρόλο μεσοεπιθετικά ελεύθερο αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ. Ακόμη ούτε που φαίνονταν, έστω ως κουκίδα, στα ραντάρ όλων. Παρέμενε όμως εκεί γύρω, περιμένοντας. Μια επιδημία τραυματισμών του άνοιξε… παράθυρο για το ντεμπούτο στην Ατλέτικο, έστω ως δεξιός μπακ. Η αλλαγή προπονητή (έφυγε ο Ντοριβάλ Τζούνιορ, ανέλαβε ο Κούκα) του άνοιξε, οριστικά, την πόρτα.

Και έτσι έφτασε, παραμονές του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών του 2013, το οποίο μάλιστα θα φιλοξενούσε η Βραζιλία, να πάρει γεύση μεγάλου τουρνουά ως διεθνής. Και τον Σκολάρι να προσπαθεί να πάρει την προσοχή των media από την απουσία/μη κλήση του Ροναλντίνιο και να την φέρει στο πουλέν του, αυτόν τον ταλαντούχο πιτσιρικά, ο οποίος τα “έσπαγε” στην Ατλέτικο.

Ποιητικός ο λόγος του τότε Βραζιλιάνου εκλέκτορα. Θεατρική η εκφορά του. Συνοδευόμενη από χαρακτηριστική κινησιολογία και εκφράσεις προσώπου. Όλα για να δέσουν, να φτιάξουν ένα στιγμιότυπο, μια ατάκα που θα έμενε. Για πάντα.

“Πεθαίνω για να βάλω στο γήπεδο τον Μπερνάρντ. Παναγία μου. Τι χαρά προσφέρει με τα πόδια του αυτό το παιδί”.

Ελεύθερη η μετάφραση. Alegria nas pernas. Χαρά στα πόδια. Αυτή ήταν η ακριβής έκφραση του “Φελιπάο”. Και αυτή ήταν που έμεινε για τον Μπερνάρντ Ντουάρτε. Τότε φάνταζε ευλογία. Δεν αποδείχτηκε τέτοια. Χωρίς την παραμικρή δική του ευθύνη.

Το Ντόνετσκ, ο Λουτσέσκου και το σοκ του Παγκοσμίου Κυπέλλου

Εναν χρόνο μετά από την… πρόβα του Συνομοσπονδιών, η Βραζιλία διοργάνωνε ακόμη μια διοργάνωση. Την… καλή, τη μεγάλη. Το Παγκόσμιο Κύπελλο. Και όλοι, εννοείται πως περίμεναν να ξορκίσουν το Maracanazo, την ως τότε αξεπέραστη δηλαδή για την χώρα και την ποδοσφαιρική (και όχι μόνο) ιστορία της, απώλεια του τίτλου από την Ουρουγουάη, στην αμέσως προηγούμενη φορά που φιλοξένησε την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση το 1950.

Ελα όμως που έρχονταν κάτι ακόμη χειρότερο. Ο Μπερνάρντ, φυσικά, στην αποστολή. Με το στάτους του όμως πλέον, ταιριαστό με την πλειονότητα των Βραζιλιάνων ξεχωριστών, πάμπλουτων εμιγκρέδων. Η Σαχτάρ είχε πληρώσει 25 εκατ. ευρώ και “σκοτώνοντας” τον ανταγωνισμό αλλά και την επιθυμία του ίδιου και του πατέρα του να πάει στην Πόρτο (δεν ανέβηκε ποτέ τόσο ψηλά) τον είχε πάρει στο Ντόνετσκ διευρύνοντας την πολυπληθή παροικία των συμπατριωτών του εκεί.

Δεινοπάθησε. Τα δύο πρώτα χρόνια εκεί, τα είδε όλα. Δύσκολη η προσαρμογή, τελείως διαφορετικό το περιβάλλον, το ποδόσφαιρο, οι συνθήκες, το κλίμα, η ζωή, τα πάντα όλα σε σχέση με την πατρίδα του. Και είχε και τον Μιρτσέα Λουτσέσκου να μην τον διευκολύνει ούτε δράμι. Δεν τον εμπιστεύονταν ιδιαίτερα, ακόμη και όταν το έκανε, το συνηθέστερο ήταν να τον επικρίνει, συχνά και δημοσίως, για την αδυναμία του να ακολουθήσει τις τακτικές επιταγές του φημισμένου για την σκληράδα του Ρουμάνου τεχνικού.

Απεναντίας όμως, η επιστροφή στην πατρίδα, το καλοκαίρι και κυρίως το Παγκόσμιο Κύπελλο, συνέθεταν περιβάλλον ιδανικό. Και ας μην πάτησε πολύ στο χορτάρι. Ο ανταγωνισμός άλλωστε, τεράστιος. Και εκ των πραγμάτων, ένας 22χρονος, ακόμη και ιεραρχικά, δύσκολα θα έπαιρνε τη φανέλα. Σε πέντε παιχνίδια ως τα ημιτελικά, ήρθε δις από τον πάγκο.

Τα δεδομένα, για όλα, για τη σελεσάο, την Βραζιλία, το Παγκόσμιο Κύπελλο, τους συμπατριώτες του και φυσικά τον ίδιο, άλλαξαν στον προημιτελικό με την Κολομβία. O Νεϊμάρ τραυματίστηκε, τέθηκε εκτός και γονάτισε τους πάντες στη χώρα. Ως τότε, ο Μπερνάρντ δεν είχε δοκιμαστεί με τους βασικούς ούτε στα προπονητικά διπλά.

Δεν δοκιμάστηκε ούτε καν στην τελευταία προπόνηση πριν τον ημιτελικό με τη Γερμανία. Ραμίρες, Παουλίνιο και Γουίλιαν. Αυτοί ήταν που κατά σειρά είχε τεστάρει ο Σκολάρι για να γεμίσουν, έστω το ένα παπούτσι του No 10. Μόνο το βράδυ, ο προπονητής – χωρίς την παραμικρή πρότερη ένδειξη – ενημέρωσε τον Μπερνάρντ πως αυτός θα αναλάμβανε τελικά το τεράστιο φορτίο ξεκινώντας βασικός για πρώτη φορά σε επίσημο παιχνίδι της “σελεσάο”. Η πίεση αδιανόητη. Για τον ίδιο, αυτονόητα περισσότερο.

Το επόμενο βράδυ της 8ης Ιουλίου, αδιανόητο ήταν το σοκ. Η Βραζιλία έγινε παιχνιδάκι από τη “νασιοναλμάνσαφτ” με το φοβερό και τρομερό 7-1 να προκαλεί παράλυση από το δέος του τι είχε προκληθεί. Ποιο Maracanazo; Χίλιες φορές η ανάμνησή του, παρά η απόλυτη συντριβή που έφερε εκείνο το ενενηντάλεπτο.

Η ανθρωποφαγία που ακολούθησε για την απόδοση ευθυνών, συμπεριέλαβε τους πάντες. Ελαφρυντικό κανένα, ακόμη και για τον ίδιο. Λες και έφταιγε δαύτος που όλη η αμυντική γραμμή των Βραζιλιάνων εκείνο το βράδυ ήταν αλλού γι’ αλλού, αδύναμη να κόψει οτιδήποτε και οποιονδήποτε. Ηταν όμως το πουλέν του Σκολάρι. Της… προσωποποίησης δηλαδή του κακού. Η περίφημη ατάκα του ανακλήθηκε άμεσα και αποτέλεσε το παραδειγματικό καρφί της περιφοράς του πτώματος της “σελεσάο”.

Το “χρυσάφι” της Έβερτον και η περιγραφή του Αντσελότι

Από τότε ο Μπερνάρντ δεν κλήθηκε ξανά στο αντιπροσωπευτικό του συγκρότημα. Και ας έκανε εξαιρετικά πράγματα, στο Ντόνετσκ, ειδικά από την στιγμή που αποχώρησε από τον πάγκο ο Λουτσέσκου, παίζοντας παντού πίσω από τον φουνταριστό – αριστερός εξτρέμ συνήθως, αν και ο ίδιος ήθελε και προτιμάει να παίζει ως “δεκάρι” – και ξεπερνώντας ακόμη και την ανθρώπινη φοβία του από την πολεμική σύρραξη, την πρώτη στην περιοχή, πριν οκτώ χρόνια.

Και ας έφτασε απολύτως δικαιολογημένα ως την Premier League, με την Έβερτον να τον “χρυσώνει” δίνοντας του κοντά στα 4 εκατ. ευρώ τον χρόνο σε τετραετές συμβόλαιο (σ.σ. οι αμοιβές στην Αγγλία πάντα αναφέρονται μεικτές, συμπεριλαμβανομένου δηλαδή και του ποσού που καταβάλλεται στην εφορία. Τα 29,56 εκατ. λίρες που διαδικτυακά εμφανίζονται ως συνολικές απολαβές του Βραζιλιάνου στα “ζαχαρωτά” αντιστοιχούν με την τρέχουσα ισοτιμία σε 30,7 εκατ. ευρώ, ποσό που με την προβλεπόμενη φορολογία στην Αγγλία, η οποία και μεσοσταθμικά είναι στο 50%, καταλήγει στις προαναφερθείσες ετήσιες απολαβές).

Επένδυση τεράστια και ενδεικτική δυναμικής, προσόντων, ποιότητας, αλλά και προσδοκιών που υπήρχαν, με το club να δίνει προσοχή στο κάθε τι που αφορούσε την προσαρμογή του στο Λίβερπουλ. Ο Μάρκο Σίλβα ήταν αυτός που τον ζήτησε, ο Κάρλο Αντσελότι αυτός που κατοπινά τον διαχειρίστηκε. Και αν μη τι άλλο, κάτι περισσότερο από το σχόλιο του πολυνίκη τεχνικού στην ιστορία του Champions League, για τον 30χρονο πλέον Βραζιλιάνο, δεν χρειάζεται.

Και παράλληλα αποτυπώνει και τον λόγο που ο Παναθηναϊκός κάνοντας υπέρβαση παράταιρη της εποχής, τον ντύσει στα “πράσινα”.

“Όταν έχουμε την μπάλα και τον έλεγχο του παιχνιδιού, είναι πολύτιμος, τα πάντα τότε του έρχονται ευκολότερα και τα κάνει και για την ομάδα ευκολότερα. Δεν χρειάζεται να με πείσει για τίποτα. Γνωρίζω την ποιότητά του, το πόσο καλός ποδοσφαιριστής είναι και ποσό σημαντικός για την Έβερτον”.

Την κατηφόρα που πήραν τα τελευταία χρόνια οι Μερσεϊσάιντερς ούτε καν ο “Καρλίτο” δεν μπόρεσε να σταματήσει. Δύσκολα συνεπώς θα το πετύχαινε οποιοσδήποτε άλλος. Και έτσι, όταν ήρθε η πρόταση από τα Εμιράτα, με ακόμη καλύτερους οικονομικά όρους – τα βραζιλιάνικα media έλεγαν πέρυσι πως η Σαρζάχ του πρόσφερε 12 εκατ. ευρώ “καθαρά” (συμπεριλαμβανομένου του πριμ υπογραφής) για δύο χρόνια – μετακόμισε στα Εμιράτα.

Οσο όμως υψηλό και αν είναι το οικονομικό δέλεαρ, για κάποιον ποδοσφαιριστή που νιώθει ακόμη ενεργός και ανταγωνιστικός, η αραβική χερσόνησος δύσκολα μπορεί να ικανοποιήσει φιλοδοξίες. Και έτσι, στον χρόνο πάνω, ο Μπερνάρντ ψάχνεται να φύγει από εκεί, αναζητώντας άμεση επάνοδο σε κάτι πιο ταιριαστό στην αδιαμφισβήτητη ποιότητά του.

Και έτσι να αγαλλιάσει παραπανίσια μάτια που θα κοινωνήσουν με τις δημιουργίες των ποδιών του…

Πηγή: Sport24.gr