Ο Μιλάντ Μοχαμαντί παίζει ποδόσφαιρο γιατί εκπληρώνει μια υπόσχεση

Στα περσικά είναι “خانواده”. Στα ρωσικά “cемья”. Στα ολλανδικά “familie”. Στα ελληνικά “οικογένεια”. Σε κάθε γλώσσα των χωρών που ο Μιλάντ Μοχαμαντί έχει αγωνιστεί τα επτά χρόνια της επαγγελματικής πορείας του στα γήπεδα, λαμβάνοντας πια ως δεδομένη την ένταξή του στην ΑΕΚ, η αποστολή του είναι μία: να κουβαλά παντού τις ρίζες του.

Δεν θ’ αφήσω κανέναν από εσάς πίσω“, ορκιζόταν ο νεαρός τότε Ιρανός στα υπόλοιπα μέλη του σπιτιού, όταν ήταν βέβαιο πια πως το ποδόσφαιρο θ’ αποτελεί τη σταθερή πηγή διαβίωσης για το μεγαλύτερο κομμάτι της υπόλοιπης ζωής του.

Βαδίζοντας για χιλιόμετρα πίσω από τα όνειρά του

Ο Μιλάντ είναι παιδί της πρωτεύουσας. Γεννημένος το φθινόπωρο του 1993 στην Τεχεράνη των 10 εκατομμυρίων, μεγάλωσε στο σπίτι μιας από τις νοτιότερες γειτονιές της μητρόπολης, όντας ο γηραιότερος -κατά ένα πεντάλεπτο- των δίδυμων αδερφών που ήρθαν για να συμπληρώσουν μεμιάς το καρέ των δύο μεγαλύτερων αγοριών (Μοχσέν, Μεϊσάμ) που γέμιζαν ήδη με παιδικές φωνές το φτωχικό, κοντά στην πλατεία Φαλάχ. Η μάνα του ήταν ξεκάθαρα μια ηρωίδα.

Με τον Μεχρντάντ έμοιαζαν τόσο που ο κόσμος πολύ δύσκολα τους ξεχώριζε. Τα πρώτα χρόνια του βίου τους η πορεία τους ήταν απόλυτα κοινή. Μαζί στα πάντα, αυτοκόλλητοι, πρόσεχε πάντα ο ένας τον άλλον. Θα ‘ταν αδύνατο διαφορετικά να κάθονται αργά μέχρι το βράδυ στις αλάνες της περιοχής, μόνοι τους πολλές φορές, ή να καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις αρκετών χιλιομέτρων για να παίζουν ποδόσφαιρο σε γήπεδα από γρασίδι και όχι χώμα που σκόνιζε τα όνειρά τους.

Ήταν ο μόνος χώρος που τα δύο δίδυμα αδέρφια δεν ταυτίζονταν. Ο Μιλάντ ήταν αριστεροπόδαρος και πλάγιος αμυντικός, την ώρα που ο Μερχράντ αγωνιζόταν στην επίθεση, γιατί του άρεσε πολύ να σκοράρει και να πανηγυρίζει.

Δεν ήταν καθόλου κακός ο… μικρός, αλλά επειδή, όπως συνηθίζεται, τα περισσότερα συνομήλικα παιδιά ήθελαν να παίζουν μπροστά και ο ανταγωνισμός ήταν πολλαπλάσιος, ήταν ο Μιλάντ που κέντριζε εξ αρχής τα βλέμματα. Τον ευνοούσε το σουλούπι του, το χαμηλό κέντρο βάρους και η τρομακτική ταχύτητα που χαρακτήριζε το παιχνίδι του, μια και την ίδια ώρα διέθετε ευχέρεια να καλύπτει όλη την πλευρά χωρίς ίχνος κούρασης. Ο ένας αδερφός βέβαια “τραβούσε” τον άλλον και μολονότι για μια διετία (2012-2014) ανήκαν στις ακαδημίες διαφορετικών ομάδων της Τεχαράνης έγιναν επαγγελματίες στο ίδιο κλαμπ (Ραχ Αχάν).

Στη λίστα με τους 50 καλύτερους νέους

Αφότου βέβαια ο Μιλάντ κλήθηκε, έπαιξε και σκόραρε στο Παγκόσμιο Κύπελλο Κ23 του 2016 στο Κατάρ, οι δρόμοι τους χώρισαν οριστικά. Η νικηφόρα πρεμιέρα με τη Συρία στον όμιλο και το γκολ του 23χρονου μπακ στο 2-0 ήταν η αφετηρία για την πορεία ως τα προημιτελικά της διοργάνωσης (αποκλεισμός από την Ιαπωνία στην παράταση) και τη δική του ανέλιξη στην πυραμίδα των ανερχόμενων ταλέντων του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Όχι τυχαία τον Γενάρη του 2017 συμπεριελήφθη σε λίστα που ‘χε ταυτόχρονα τον Αργεντινό Λαουτάρο Μαρτίνες (Ίντερ), τον Γάλλο Αλάν Σεν-Μαξιμέν (Νιούκαστλ) και τον Νιγηριανό Βίκτορ Οσιμέν (Μαρσέιγ). Τόσο ενδιαφέρον πρότζεκτ θεωρείτο τότε ο Ιρανός που προχωρώντας ήθελε να μοιάσει στον Ζόρντι Άλμπα.

Είχε από καιρό προσελκύσει το ενδιαφέρον της αυστριακής Στουρμ Γκρατς που τον είχε καλέσει για δοκιμή, αλλά από την Ραχ Αχάν δεν του επετράπη να μπει στη διαδικασία. Αντιθέτως τα “κολαριστά” 300.000 ευρώ που ήρθαν τον χειμώνα του 2016 από τη ρωσική Αχμάτ Γκρόζνι, από την τσέπη δηλαδή του Τσετσένου ηγέτη Ραμζάν Καντίροφ που έχει όλο το κουμάντο, άνοιξαν διάπλατα την πόρτα για την ολοκλήρωση της πρώτης μεταγραφής του σε ομάδα του εξωτερικού. Ήταν η στιγμή που ο Μοχαμαντί άρχιζε να εκπληρώνει την υπόσχεση που είχε από καιρό δώσει στην οικογένειά του.

Τα χρήματα ήταν πολύ καλά για έναν 23χρονο, αρκούσαν για μια νέα ζωή με πολλές ανέσεις (ακριβά ρούχα, αυτοκίνητα, ταξίδια που του άρεσαν) και το περιβάλλον αρκετά οικείο -λόγω θρησκεύματος- για να νιώσει τρομερά βολικά από την πρώτη ημέρα.

Οι αριθμοί του βελτιώνονταν σταδιακά και αφότου βρήκε τον χώρο του στην ενδεκάδα της νέας ομάδας του, σπάνια έχανε λεπτό, ανεξάρτητα από τη θέση που τον χρησιμοποιούσαν, μπακ ή χαφ. Έφτασε μάλιστα ο Μοχαμαντί να ‘ναι ο κορυφαίος σε ασίστ αμυντικός του ρωσικού πρωταθλήματος και φυσικά ένα πολύτιμο κομμάτι στη λειτουργία μιας ομάδας που είχε σταθερή παρουσία στην πρώτη κατηγορία της χώρας και το 2017 τερμάτισε στην πέμπτη θέση της κατάταξης, χάνοντας οριακά το ευρωπαϊκό εισιτήριο.

Το 2019, ύστερα από συνολικά 82 παιχνίδια στην Αχμάτ και φυσικά τη συμμετοχή στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας (2018), ήταν η βελγική Γκενκ που άδραξε την ευκαιρία να τον κάνει δικό της ως ελεύθερο. Άφηνε πίσω ό,τι είχε χτίσει με κόπο, αλλά ήταν μια νέα ανταμοιβή για τη σταθερή βελτίωση και συνεπή στάση του για 2,5 χρόνια.

Ούτε τότε πάντως ο Μιλάντ Μοχαμαντί έπαψε να κοιτά πίσω κι ας δημιούργησε τη δική του οικογένεια. Πάντα σταθερός στις αρχές που είχε λάβει από τους γονείς του, χαμηλών τόνων αλλά και φιλόδοξος, κυνηγούσε κάθε φορά έναν νέο στόχο που θα συμπλήρωνε τον όρκο του. Η ΑΕΚ είναι το επόμενο στάδιο αυτής της διαρκούς δοκιμασίας προς την τέλεση του λόγου του.

Πηγή: Sport24.gr