Τελικός Champions League 2022: Λίβερπουλ και Ρεάλ βίωσαν την απόλυτη οικονομική μεταμόρφωση τέσσερα χρόνια μετά

Λίβερπουλ και Ρεάλ ετοιμάζονται για ακόμα ένα ραντεβού σε τελικό Champions League. Όμως ό,τι συνέβη στο Κίεβο το 2018 αφορούσε δύο διαφορετικές ομάδες. Όχι αγωνιστικά, αλλά ως λειτουργίες εταιριών.

Ο Μοχάμεντ Σαλάχ σίγουρα δεν το έχει ξεχάσει. Εξάλλου, ζητούσε τη Ρεάλ στον τελικό, ύστερα από ό,τι συνέβη σε εκείνον του 2017-2018 για τη Λίβερπουλ. Οι Μαδριλένοι επίσης. Είναι το τελευταίο Champions League που κατέκτησαν, ύστερα από μία πενταετία όπου είχαν τέσσερις κατακτήσεις. Πέρασαν 1.462 ημέρες από τότε ή τέσσερα χρόνια και οι δύο ποδοσφαιρικοί “κολοσσοί” βρίσκονται ξανά στον τελικό, διεκδικώντας το βαρύτιμο τρόπαιο.

Το μεγάλο ερώτημα είναι τι έμεινε ίδιο και τι άλλαξε ώστε οι δύο ομάδες να βρεθούν ξανά σε αυτήν τη θέση και πόσο κόστισε. Διότι στην εποχή της πανδημίας και των διογκωμένων ισολογισμών, στην εποχή της εκκολαπτόμενης ευρωπαϊκής Super League και των ομάδων – κρατιδίων, ο τρόπος με τον οποίο κάποιος σύλλογος φτάνει σε θέση να διεκδικήσει το Champions League παίζει το ρόλο του.

Ο ασυνήθιστος κυνισμός στο μεταγραφικό παζάρι

Η κατάκτηση εκείνου του τροπαίου για τη Ρεάλ σήμανε το τέλος μιας χρυσής εποχής. Ο Κριστιάνο Ρονάλντο αποχώρησε το καλοκαίρι για τη Γιουβέντους, μία κίνηση που οδήγησε και σε μεγάλη μεταστροφή του τρόπου λειτουργίας των “μερένγκες”. Τα 117.000.000 ευρώ που εισέπραξαν για την πώληση του κορυφαίου παίκτη της ιστορίας τους συν η αφαίρεση του μισθού του από τα λογιστικά βιβλία ήταν μόνο η αρχή. Τα χρέη εκατοντάδων εκατομμυρίων που βάραιναν το σύλλογο, σε συνδυασμό με τις αυξημένες ταμειακές ανάγκες λόγω της μεγάλης ανακαίνισης του “Σαντιάγο Μπερναμπέου” δημιούργησαν ένα οξύμωρο για τη Ρεάλ.

Από τη μία, υπήρχε η ανάγκη ανακατασκευής και του ρόστερ, για τη νέα εποχή. Ο Βινίσιους είχε “κλειστεί” από την προηγούμενη σεζόν, οι Τιμπό Κουρτουά και Άλβαρο Οντριοθόλα αποκτήθηκαν εκείνο το καλοκαίρι. Το ρόστερ εν τέλει παρουσιάστηκε αποδυναμωμένο και ανάγκασε τον Φλορεντίνο Πέρεθ να επαναφέρει τον Ζινεντίν Ζιντάν στο τιμόνι, με το πρωτάθλημα να έχει χαθεί προ πολλού. Το αποτέλεσμα ήταν στα 162.750.000 που δαπανήθηκαν το 2018-2019 να προστεθούν δαπάνες 355.500.000 για περαιτέρω ενίσχυση του έμψυχου δυναμικού, με εκείνη του Εντέν Αζάρ των 115.000.000 να ξεχωρίζει.

Κάπου εκεί επιβλήθηκε… εσωτερικό Financial Fair Play. Τα 271.600.000 σε έσοδα από πωλήσεις παικτών δεν ήταν αρκετά και η πανδημία είχε ήδη πλήξει το χώρο του ποδοσφαίρου αρκετά ώστε ακόμα και το σύμβολο του πλουτισμού, η Ρεάλ του Πέρεθ, να καταδεχθεί να μη δώσει χρήματα για μεταγραφές το καλοκαίρι του 2020. Από τις πωλήσεις έβαλε ξανά στα ταμεία της εννιαψήφιο ποσό (πάντα στη θεωρία και όχι λογιστικά, αφού στην πράξη οι διαδικασίες είναι διαφορετικές), ενώ το περασμένο καλοκαίρι άνοιξε τα ταμεία της μόνο για τον Εντουαρντό Καμαβινγκά, παίκτη με τεράστια μεταπωλητική αξία και μόνο για 31.000.000 (αποκομίζοντας 78.000.000 από παίκτες που έφυγαν).

Σε αυτό το διάστημα και υπό την πίεση των καταστάσεων, ο οικονομικός κυνισμός που επικρατούσε στο “Σαντιάγο Μπερναμπέου” έθεσε εκτός ομάδας ακόμα και τον Σέρχιο Ράμος. Το μόνο που δεν έγινε εφικτό ήταν να ξεφορτωθεί το συμβόλαιο του Γκάρεθ Μπέιλ, κάτι που αναμένεται να συμβεί αυτό το καλοκαίρι. Όπως και να ‘χει, η εικόνα των ισολογισμών βελτιώθηκε σε τέτοιο σημείο που η ισπανική λίγκα δίνει περιθώριο στους “μερέγκες” να έχει μισθολογικό κόστος 739.000.000, ήτοι αυξημένο κατά 250.000.000 σε σχέση με την πλήρη πανδημική σεζόν 2020-2021.

Σε αυτήν την τετραετία, η Ρεάλ έδωσε 549.250.000 για να αγοράσει ποδοσφαιριστές, εκ των οποίων περίπου το 1/5 μόνο για έναν και εισέπραξε 453.800.000 (εκ των οποίων περίπου το 1/4 μόνο για έναν παίκτη), δηλαδή το ισοζύγιο ειναι αρνητικό μόλις για 95.450.000.

Τα πόδια της Λίβερπουλ μέχρι εκεί που φτάνει το πάπλωμα

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, η Λίβερπουλ λειτούργησε με παρόμοιο τρόπο στον τομέα των μεταγραφών. Ήδη τη σεζόν 2017-2018 ήταν αρκετά δραστήρια, αφού είχε να δαπανήσει χρηματα από την πώληση του Φιλίπε Κοουτίνιο στην Μπαρτσελόνα. Οι Βίρτζιλ φαν Ντάικ, Μοχάμεντ Σαλάχ και Άντι Ρόμπερτσον αποκτήθηκαν εκείνη τη σεζόν και αποτελούν και φέτος μέρος του κορμού της ομάδας. Τη νέα σεζόν έγινε ακόμα ένα spending spree από πλευράς “κόκκινων”, με τον Άλισον να γίνεται (έστω και για λίγες ημέρες) ο πιο ακριβός τερματοφύλακας στην ιστορία, αφού η Λίβερπουλ έδωσε 62.000.000 για να τον αγοράσει από τη Ρόμα. Δύο εκατομμύρια λιγότερα κόστισε ο Ναμπί Κεϊτά, ενώ αποκτήθηκαν και οι Φαμπίνιο και Τζερντάν Σακίρι. Οι αγορές ανήλθαν σε 182.200.000 και οι πωλήσεις σε 41.320.000, η Λίβερπουλ επέστρεψε σε τελικό Champions League, αλλά τελικά κατέκτησε το τρόπαιο και κάπου εκεί εφαρμόστηκε… κόφτης.

Για πρώτη φορά από το 2003-2004 η Λίβερπουλ ξόδεψε κατω από 20.000.000 για αγορές παικτών, ενώ ταυτόχρονα τα έσοδα από τις πωλήσεις δεν ήταν ούτε αυτά υψηλά (44.500.000). Ο Γιούργκεν Κλοπ είχε βρει την ιδανική ομάδα από την προηγούμενη σεζόν και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε, αφού έβαλε τέλος στην κατάρα του πρωταθλήματος, με το πρώτο έπειτα από 30 χρόνια.

Το επόμενο καλοκαίρι οι δαπάνες αυξήθηκαν, αλλά εντελώς στοχευμένα. Ένας επιθετικός να παρέχει ανταγωνισμό στην τριπλέτα Σαλάχ – Σαντιό Μανέ – Ρομπέρτο Φιρμίνο (Ντιόγκο Ζότα για 44.700.000), ένας αριστερός μπακ για κάλυψη στον Ρόμπερτσον (Κώστας Τσιμίκας για 13.000.000) και ένας κεντρικός μέσος σε τιμή ευκαιρίας για όλες τις δουλειές (Τιάγκο για 22.000.000). Το συνολικό ποσό αυξήθηκε κατάτι, αφού οι αμέτρητοι τραυματισμοί οδήγησαν και στις αποκτήσεις των Μπεν Ντέιβις και Οζάν Καμπάκ για τα στόπερ τον Ιανουάριο, με τις δαπάνες να ανέρχονται γι’ αυτούς τους πέντε στα 82.650.000. Την ίδια στιγμή, τα έσοδα ήταν αρκετά μικρά και στηρίχθηκαν στην πώληση του Ντέγιαν Λόβρεν για 12.000.000 στη Ζενίτ.

Φέτος, δαπανήθηκαν χρήματα μόνο για δύο παίκτες, ένα σε κάθε μεταγραφική περίοδο και ξανά στοχευμένα. Το καλοκαίρι αποκτήθηκε ο Ιμπραϊμά Κονατέ για τα στόπερ και το χειμώνα ο Λουίς Ντίας για την επίθεση και αμφότεροι ήδη έχουν αρχίσει να κάνουν απόσβεση. Με την προσθήκη τους στο ρόστερ, το συνολικό ποσό που έδωσε η Λίβερπουλ για μεταγραφές από τον χαμένο τελικό και μετά ανήλθε σε 362.250.000 και το μεταγραφικό ισοζύγιο ήταν αρνητικό κατά 231.730.000.

Ανακατασκευή στο “Μπερναμπέου” και οικονομική εξυγίανση

Ο περιορισμός των μεταγραφικών δαπανών στις δύο ομάδες μεταφέρθηκαν και στους ετήσιους ισολογισμούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της εποχής. Οι κορυφαίες λίγκες της Ευρώπης παρουσίασαν πάνω από 5.000.000.000 απώλειες ως αντίκτυπο της πανδημίας, παρ’ όλα αυτά, τόσο η Ρεάλ όσο και η Λίβερπουλ μοιάζουν ανεπηρέαστες οικονομικά από ό,τι συνέβη (και σε ένα βαθμό συνεχίζεται).

Ο εξορθολογισμός της συμπεριφοράς τους στο μεταγραφικό παζάρι έπαιξε τεράστιο ρόλο σε αυτό. Από το 2012 μέχρι και το 2019 η Ρεάλ παρουσίαζε κέρδη προ φόρων τουλάχιστον 26.000.000 το χρόνο, ωστόσο στα δύο τελευταία οικονομικά έτη αυτά έφτασαν μόλις μέχρι τα 1.200.000 αθροιστικά. Παρότι τα έσοδα συρρικνώθηκαν κατά 100.000.000 από το 2019 (757.300.000) μέχρι το 2021 (653.000.000), η Ρεάλ κατάφερε να μειώσει και τα έξοδα (595.800.000 το 2021) και κατά συνέπεια να διατηρηθεί σε υγιή οικονομική κλίμακα και να καταφέρει να προχωρήσει απρόσκοπτα το πρότζεκτ του νέου “Μπερναμπέου”, το οποίο ήδη έχει αρχίσει να αποδίδει καρπούς εκατοντάδων εκατομμυρίων.

Αν και για το οικονομικό έτος 2022 δεν υπάρχουν ακόμα αποτελέσματα (η Ρεάλ κλείνει τον ισολογισμό της στις 30 Ιουνίου κάθε έτους), το EBITDA παρέμεινε σε καλό επίπεδο και μάλιστα παρουσίασε αύξηση το 2021 (από 50.000.000 σε 57.000.000), κάτι που δείχνει ότι ο σύλλογος έχει αφήσει πίσω του την αναπόφευκτη κάμψη λόγω πανδημίας και μείωσης εσόδων. Ήδη δύο πρόσφατες αναλύσεις φέρνουν τη Ρεάλ στην κορυφή των ποδοσφαιρικών brands με τη μεγαλύτερη αποτίμηση και γι’ αυτό το μυθικό συμβόλαιο που προσέφερε στον Κιλιάν Εμπαπέ στηριζόταν σε γερές οικονομικές βάσεις, όπως και η πρόταση που είχε κάνει τον Ιανουάριο, προσφέροντας γη και ύδωρ στην Παρί για να τον αποκτήσει έστω και με μεταγραφή.

Η οικονομική υγεία της ομάδας (πάντα στο πλαίσιο των σύγχρονων ποδοσφαιρικών δεδομένων) της δίνει ξανά τη δυνατότητα μεταγραφών επιπέδου… galacticos, όπως επίσης και τα επιπλέον έσοδα που ευαγγελίζεται από τη διοργάνωσης που επιχείρησε να οικοδομήσει ή αυτά που θα εισπράξει από το ανανεωμένο Champions League.

Το χρέος συγκρατήθηκε, ο Covid-19 προσπέρασε

Ο ισολογισμός της Λίβερπουλ ακολούθησε παρόμοια πορεία, αν και σε αντίθεση με τη Ρεάλ, δεν χρειαζόταν εξορθολογισμός. Οι Αμερικανοί ιδιοκτήτες είχαν χαράξει τακτική εγκράτειας εδώ και χρόνια και η απώλεια του Champions League από το 2018 δεν μετέβαλε τα σχέδιά τους. Εξάλλου, το χρέος είχε φτάσει στο αποκορύφωμα το προηγούμενο καλοκαίρι (182.000.000) και το 2018 μειώθηκε κατά 27.000.000. Σε συνδυασμό με την πώληση του Κοουτίνιο, οι ιθύνοντες του συλλόγου βρήκαν τη δυνατότητα να ανοίξουν το μπάτζετ, αλλά όχι σε βαθμό που θα τους έβγαζε χαμένους.

Τα κέρδη προ φόρων τον Μάιο του 2019 (η Λίβερπουλ κλείνει τον ισολογισμό με βάση το βρετανικό λογιστικό πρότυπο στις 31 Μαΐου κάθε έτους) ήταν 47.500.000. Οι επιπτώσεις της πανδημίας και της κακής πορείας στο Champions League 2019-2020 προκάλεσε μεγάλη μείωση εσόδων (από 603.700.000 σε 544.800.000) και γι’ αυτό παρουσίασε ζημία 43.900.000 μετά φόρου το οικονομικό έτος που ολοκληρώθηκε το 2020. Η ομαλοποίηση της κατάστασης και η διατήρηση των εξόδων και των μισθών σε χαμηλά επίπεδα έδωσε νέα οικονομική δυναμική στους “κόκκινους”, που κατάφεραν να συγκρατήσουν το χρέος κάτω από τα 200.000.000 και ταυτόχρονα να κάνουν και μεταγραφές επιπέδου Ζότα και Ντίας.

Διαφορετικού τύπου superclubs

Τέσσερα χρόνια από τον τελικό του 2018, οι δύο ομάδες έχουν πραγματοποιήσει πολλά βήματα αρχικά προς τη συγκράτηση του ορυμαγδού επιπτώσεων από τον COVID-19 και προς την αντεπίθεση με στοχευμένες αλλά και ακριβές μεταγραφές, οι οποίες πλέον βασίζονται σε μία σταθερή πλατφόρμα και όχι σε μία φούσκα.

Μία κατάσταση που η Ρεάλ του Ρονάλντο, η Ρεάλ των galacticos, ακόμα και η Ρεάλ που καθιερώθηκε ως υπερδύναμη στο Κύπελλο Πρωταθλητριών με τις πέντε σερί κατακτήσεις δεν είχε συνηθίσει, μία κατάσταση που η Λίβερπουλ των mega-deals λόγω Premier League μπορεί να την παρασύρει και να την οδηγήσει σε ατραπούς… Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Τέσσερα χρόνια μετά, ο τελικός της Λίβερπουλ με τη Ρεάλ δεν είναι μια απλή ρεβάνς των όσων συνέβησαν στον αγωνιστικό χώρο του “Ολιμπίνσκι”. Είναι ένας αγώνας δύο ομάδων που αναγεννήθηκαν μέσα από τις δυσκολίες, βρήκαν τον τρόπο να πατήσουν γερά στα πόδια τους και ετοιμάζονται να απολαύσουν τους “καρπούς”, με βάση τον αγωνιστικό πήχη που έχει θέσει η κάθε μία.

Πηγή: Sport24.gr