Τζον Γουόλ: “Η αυτοκτονία έμοιαζε να είναι η μόνη επιλογή, λίγο έλειψε να μου ακρωτηριάσουν το πόδι”

Τα όσα έγραψε ο Τζον Γουόλ στο Players’ Tribune αντανακλούν τις δύο διαφορετικές ζωές του. Αυτή του ακριβοπληρωμένου σταρ και εκείνη ενός ευάλωτου ανθρώπου που λίγο έλειψε να χάσει το πόδι του, λίγο έλειψε να κόψει ο ίδιος το νήμα της ζωής του.

Τζον Γουόλ. Τζον ο… τοίχος. Αυτός ο (δικός του) τοίχος που όφειλε να γκρεμίσει για να δραπετεύσει από τη σκοτεινιά του.

To No1 στο NBA Draft του 2010, ο παίκτης που έχει βάλει στον τραπεζικό λογαριασμό του μόνο από απολαβές συμβολαίων 230 εκατ. δολάρια, έφτασε στο σημείο να μην κοιτά κάτι άλλο από τον πάτο του πηγαδιού. Να βρίσκεται σ’ έναν στενό θάλαμο δίχως οξυγόνο. Να μην θέλει άλλο να ζει.

Για μένα όλα έγιναν πολύ γρήγορα“, ανέφερε στο κείμενο που έγραψε στο Players’ Tribune, εξηγώντας πως “μέσα σε τρία χρόνια έφτασα από το να είμαι στην κορυφή του κόσμου μέχρι να χάσω σχεδόν όλα όσα μ’ ένοιαζαν“.

Τα δύο γεγονότα που τον σημάδεψαν ήταν από τη μία ο σοβαρός τραυματισμός στον Αχίλλειο, από τον οποίο “κατέληξα με μια τόσο κακή μόλυνση από το χειρουργικές επεμβάσεις που κόντεψα να μου ακρωτηριάσουν το πόδι” και από την άλλη ο θάνατος της μητέρας του από καρκίνο του μαστού. Ή αλλιώς την καλύτερη φίλη του. Έτσι την έβλεπε ο ίδιος. Ο πατέρας του είχε πεθάνει όταν ήταν 9. Κι αυτός από καρκίνο. Δεν τον θυμάται εκτός φυλακής, ήταν ενός όταν καταδικάστηκε σε κάθειρξη, και τον απελευθέρωσαν μόνο πριν από τον θάνατό του για ν’ αποχαιρετήσει τους δικούς του.

Γι’ αυτό και όλο το βάρος της ανατροφής ενός ατίθασου πιτσιρικά έπεσε πάνω της. Σ’ αυτήν οφείλει πως έπεσε και ξανασηκώθηκε. Στη δύναμη που του μετέδιδε πριν και μετά το φευγιό της για την άλλη ζωή.

Ξέρω ακριβώς ποιος είμαι και τι αντιπροσωπεύω και πώς πολλοί έχουν ανάγκη να το ακούσουν. Δεν φοβάμαι λοιπόν να πω ότι ήμουν σ’ ένα μέρος που ήταν τόσο σκοτεινό που η αυτοκτονία ένιωθα πως είναι η μόνο επιλογή. Υποτίθεται ότι δεν πρέπει να λέμε καν αυτή τη λέξη, έτσι; Είναι σχεδόν taboo, ιδίως από την κοινωνία που προέρχομαι“, συνέχισε στη συγκλονιστική ομολογία του.

Ευτυχώς γι’ αυτόν, για τη ζωή του, για όλους όσους νοιάζονταν γι’ αυτόν στάθηκε στα πόδια του. Έσπασε τον καθρέπτη και είδε το είδωλό του να γίνεται κομμάτια. Έπρεπε για να συναντηθεί ξανά με το εγώ του. Το έκανε γι’ αυτήν που είχε φύγει.

Ήταν το πιο γνήσιο άτομο στον κόσμο. Είχε έναν εκατομμυριούχο γιο και συνέχιζε να ψωνίζει σε μαγαζιά από συνήθεια, δούλευε από συνήθεια, ξυπνούσε στις τέσσερις από συνήθεια. Ήταν μια δύναμη της φύσης. Και μετά αρρώστησε. Πάλεψε με την κόλαση (…) Αυτό που με πλήγωσε περισσότερο ήταν που σήκωνα ενστικτωδώς το τηλέφωνο για να την καλέσω και συνειδητοποιούσα ότι δεν υπήρχε κανείς στην άλλη άκρη. Όλη μου τη ζωή μιλούσαμε έξι – επτά φορές καθημερινά. Τότε ήταν που σκέψεις μου άρχισαν να τρέχουν στο κεφάλι μου“.

Συνδυάστηκε με το γεγονός πως οι Ουίζαρντς ήθελαν να τον παραχωρήσουν με ανταλλαγή. Προσπαθούσε να κρύψει τον πόνο του, ήταν αδύνατο. “Ένα βράδυ που ήμουν μόνος με τις σκέψεις μου να τρέχουν, πλησίασα όσο πιο κοντά μπορείς σε μια άτυχη απόφαση να φύγεις από αυτή τη γη. Μόνο από τη χάρη του Θεού και την αγάπη των γιων μου είμαι ακόμη εδώ“.

Έχοντας φτάσει σε τέλμα μια εσωτερική δύναμη τον άλλαξε. “Χρειάζομαι λίγη βοήθεια. Αυτές οι λέξεις άλλαξαν τη ζωή μου“, κατέληξε στο ανατριχιαστικό σημείωμά του.

Πηγή: Sport24.gr