29/5/2000: Eτσι έριξε άγκυρα ο «Καπετάνιος» πριν από είκοσι χρόνια

Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την ημέρα που ο Γιώργος Βαρδινογιάννης μετά από 21 έτη στην ηγεσία της ΠΑΕ Παναθηναϊκός αποχώρησε από την προεδρεία, παραδίδοντας τη σκυτάλη στον Άγγελο Φιλιππίδη.

Ηταν ήρεμος εκείνη την ημέρα στην Παιανία ο Γιώργος Βαρδινογιάννης. Χαμογελαστός αρχικά. Κατασταλαγμένος. Οποιες φουρτούνες είχε περάσει με τα «μέσα» του, τις είχε περάσει τις προηγούμενες ημέρες, τον προηγούμενο χρόνο. Εκείνη τη μέρα πριν από ακριβώς 20 χρόνια, κομψός όπως πάντα, με το τσιγάρο ανά χείρας, εμφανίστηκε μειλίχιος στην αίθουσα Τύπου του δικού του δημιουργήματος. Στο πρώτο σύγχρονο αθλητικό κέντρο της Ελλάδας δεκάδες κάμερες και δημοσιογράφοι είχαν συγκεντρωθεί από πολύ πιο νωρίς. 25 Μάη του 2000: όλοι ήξεραν, αλλά κανείς δεν είχε τολμήσει να το γράψει με απόλυτη βεβαιότητα προτού ο ίδιος ο Καπετάνιος ανακοινώσει ότι ρίχνει την άγκυρα.

Ηταν ο όγκος του; Ηταν η επιβλητικότητά του; Ηταν ο φόβος του 1% μπας και πει κάτι διαφορετικό απ΄αυτό που θεωρούσαν όλοι ότι θα πει; Οι εφημερίδες έγραφαν για τη «συνέντευξη Τύπου του Γιώργου Βαρδινογιάννη», όχι για την «αποχώρηση του Γιώργου Βαρδινογιάννη» από τον Παναθηναϊκό μετά από 21 χρόνια. Ηξεραν, αλλά έπρεπε να το πει ο ίδιος. Και το είπε!

Λίγες ημέρες πριν, ο Παναθηναϊκός είχε χάσει το πρωτάθλημα που δικαιούταν περισσότερο από κάθε άλλο (ακόμα και από εκείνο της «Ριζούπολης» το 2003) στην περίοδο της «παντοκρατορίας» του Σωκράτη Κόκκαλη. Το «πρωτάθλημα του Κυράστα», για τον οποίο έναν χρόνο πριν ο Καπετάνιος είχε λοιδωρηθεί. Είχε πάρει τον προπονητή του Πανηλειακού. Αυτή τη φορά δεν είχε επιλέξει έναν Ιβιτσα Όσιμ, έναν Τόμισλαβ Ιβιτς, έναν Κάζιμιρ Γκόρσκι, έναν Γιάτσεκ Γκμοχ. Είχε εμπιστευτεί το ένστικτό του, όπως έκανε πάντα. Όπως και στην επιλογή του Χουάν Ραμόν Ρότσα επί παραδείγματι. Και το πρωτοσέλιδο «Λευκή πετσέτα» την ημέρα της ανακοίνωσης πρόσληψης του αλησμόνητου κόουτς είχε γράψει τη δική του ιστορία. Εφήμερη, όχι παντοτινή όπως ο «Καπετάνιος»…

Έναν χρόνο πριν, το καλοκαίρι του 1999, η ΠΑΕ Παναθηναϊκός είχε ανακοινώσει αιφνιδιαστικά την τοποθέτηση του νεαρού οικονομολόγου Άγγελου Φιλιππίδη στη θέση του εκτελεστικού αντιπροέδρου της ΠΑΕ. Από τότε, πολλοί είχαν «υποψιαστεί» ότι το τέλος της θητείας του Γιώργου Βαρδινογιάννη στην προεδρία της ΠΑΕ, πλησίαζε. Όμως και πάλι: ουδείς τολμούσε να το γράψει! Κατά τη διάρκεια της σεζόν και πλησιάζοντας προς την άνοιξη του 2000 εμφανίστηκαν τα πρώτα δημοσιεύματα για τη διαδοχή του «Καπετάνιου», κυρίως στον πολιτικό Τύπο. Οι εφημερίδες της εποχής, μάλιστα, ανέφεραν ως βασικό υποψήφιο διάδοχο τον Παύλο Βαρδινογιάννη (ο οποίος είχε βοηθήσει οικονομικά και στην περίοδο των μεταγραφών με την απόκτηση του Καρλ Χάιντς Φλίπσεν και του νεαρού Μάρκο Βίλα) και όχι τον Γιάννη Βαρδινογιάννη, αν και σημείωναν ότι ουσιαστικά πλησιάζει η ώρα της «αλλαγής», ώστε ο Καπετάνιος να παραδώσει τη σκυτάλη της διοίκησης του συλλόγου στην επόμενη γενιά της οικογένειας Βαρδινογιάννη. Σ’ αυτούς που ο νυν πρόεδρος της ΠΑΕ, Μάνος Μαυροκουκουλάκης ονόμαζε τότε «νεαρούς κυρίους». Ολες οι αναφορές με ρεπορτάζ ήταν πάρα πολύ διακριτικά γραμμένες. Τότε πρόσεχες και την κάθε λέξη, ειδικά όταν η αναφορά γινόταν στο συγκεκριμένο θέμα και δη στην οικογένεια Βαρδινογιάννη και στα μέλη της. Ουδέποτε διαψεύστηκαν αυτές οι σποραδικές αναφορές. Ούτε και επιβεβαιώθηκαν όμως…

Όλα αυτά μέχρι την 16η Μαϊου 2000, 13 ημέρες πριν από τη συνέντευξη Τύπου στην Παιανία. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης μιλάει στα «ΝΕΑ» και στον Μανώλη Σαριδάκη από τις ΗΠΑ όπου βρισκόταν. Και ρίχνει τη «βόμβα»: «Εγώ δεν κάνω συμβιβασμούς. Δεν έκανα ποτέ. Όταν επιστρέψω στην Αθήνα θα τα πούμε. Πιθανόν μαζί με τον προπονητή να φύγει και ο πρόεδρος. Όσο εγώ είμαι πρόεδρος, ο Κυράστας θα είναι προπονητής». Ο Κυράστας, όμως, είχε ήδη φύγει για τον Ηρακλή του Ευάγγελου Μυτιληναίου. Το γνώριζαν όλοι, κι ας μην είχε ανακοινωθεί. Και ο Καπετάνιος αρεσκόταν να μιλάει συχνά με «χρησμούς». Μόνο που αυτός δεν ήταν χρησμός κι’ όποιος κατάλαβε – κατάλαβε. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης είχε ήδη αποχωρήσει από τον Παναθηναϊκό και ήταν θέμα ημερών για να το ανακοινώσει…

Πολλές ερωτήσεις δεν δέχθηκε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου. Το κλίμα ήταν ήδη βαρύ και οι δημοσιογράφοι, αν και πολύ πιο τολμηροί και πολύ πιο ανεξάρτητοι από τη σημερινή εποχή βασιζόμενοι σε αφεντικά – εκδότες που ήξεραν να τους υποστηρίζουν σε πολλές από τις κόντρες τους και δεν ήταν στην πλειονότητά τους υποχείρια, «yes men» ή οσφυοκάμπτες στους ιδιοκτήτες των ΠΑΕ, δεν τόλμησαν να κάνουν πολλές ερωτήσεις. Ηταν μια χαμένη μας ευκαιρία τότε, αν και ο Γιώργος Βαρδινογιάννης δεν θα έλεγε πολλά. Μπορεί όμως, να έλεγε πολύ περισσότερα. Μετά από 15 λεπτά στο πάνελ, σηκώθηκε αργά, χαιρέτησε βιαστικά, έβαλε τα μαύρα γυαλιά του προφανώς για να κρύψει τη συγκίνηση ή και την πίκρα της στιγμής, μπήκε στη γυαλισμένη μαύρη Mercedes και αποχώρησε.

Τα λόγια του λιγοστά και επί της ουσίας: «Αποχωρώ από την ΠΑΕ Παναθηναϊκός. Αυτή είναι η τελευταία μας συνάντηση. Ερχόμενος εδώ δεν το είπα σε κανέναν, ούτε στο ευρύτερο περιβάλλον μου. Το είχα προαναγγείλει από τη Νέα Υόρκη σε έναν συνάδελφό σας. Ήταν ένα λογοπαίγνιο. Είπα ότι θα φύγω μαζί με τον Κυράστα. Και αυτό κάνω. Αρκετά σάς κούρασα τόσα χρόνια. Εικοσιένα χρόνια βρισκόμουν στο μικροσκόπιο. Κάποιοι με χρησιμοποίησαν ως άλλοθι για τις δικές τους αδυναμίες. Ίσως η αποχώρησή μου προβληματίσει κάποιους να αλλάξουν τη στάση τους. Τώρα θα ασχοληθώ με την οικογένειά μου.

Όπως ήρθαν τα πράγματα, είτε έπρεπε να συμβιβαστώ είτε να αποχωρήσω. Δεν δέχομαι να κάνω συμβιβασμούς. Δεν είχα στόχο την κατάκτηση τροπαίων με οιονδήποτε τρόπο. Και ποτέ μου δεν χρησιμοποίησα τον Παναθηναϊκό ως μέσον πίεσης ή εμπορευματοποίησης. Η Πολιτεία απουσιάζει. Είναι πρωτόγνωρο για τα παγκόσμια δεδομένα, οι υπόδικοι να είναι εκλέκτορες και εκλεγόμενοι. Αναφέρομαι στις εκλογές της Ομοσπονδίας. Αισθάνομαι υπερήφανος, που λόγω του Παναθηναϊκού η Ελλάδα εκπροσωπείται με δυο ομάδες στο Τσάμπιονς Λιγκ. Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι με τον δρόμο που έχει πάρει το ποδόσφαιρο δεν θα πάμε καλά.

Πέρυσι, ο Τζοργκαέφ δεν ήρθε λόγω των συνθηκών που επικρατούν στο πρωτάθλημα. Φέτος, ο Μίκλαντ έφυγε για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Πιστεύω ότι θα έχω τη θέση μου, στη θύρα 3 του γηπέδου της Λεωφόρου, από εκεί που ξεκίνησα. Δεν ξεχνώ εγώ τα πρώτα σκαλοπάτια. Με στενοχωρεί ο τρόπος που αναγκάστηκα να φύγω. Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά.

Το ποδόσφαιρο αφορά τις επερχόμενες γενιές. Μιλάω, όμως, σε αυτιά κλεισμένα. Η πολιτεία έχει συνταγματική υποχρέωση να εποπτεύσει τον αθλητισμό. Πέρυσι μίλησα με όλα τα κόμματα. Δυστυχώς δεν έγινε τίποτα. Όλοι σκέπτονταν το πολιτικό κόστος. Εν πάση περιπτώσει, η παρουσία μου στον Παναθηναϊκό δεν είχε ποτέ στόχο το όφελος. Τα έργα που βλέπετε (η Παιανία) δεν έγιναν με κλεμμένα λεφτά. Θα κριθώ από την ιστορία. Θα βρω χρόνο να πάω για ψάρεμα και στο βουνό. Η διάδοχη κατάσταση; Πιστεύω ότι θα συνεχίσει τον δρόμο που έχω χαράξει. Ο Παναθηναϊκός μαζί μου ξέφυγε από τα ελληνικά σύνορα. Ειλικρινά δεν ξέρω τι θα γίνει στο εξής».

Ο Μανώλης Σαριδάκης έγραφε την επομένη στα «ΝΕΑ»: «Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης υπήρξε κυματοθραύστης. Δέχθηκε τα πυρά όλων, ακόμη και σε αποφάσεις που δεν ήταν δικές του, αφού ο Όμιλος Βαρδινογιάννη διοικούσε τον Παναθηναϊκό με αιχμή του δόρατος τον πρόεδρο. Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Βαρδινογιάννης διαφώνησε σε θέματα στρατηγικής με άλλα στελέχη της οικογένειας. Όταν κατάλαβε ότι δεχόταν χτυπήματα εκ των έσω πήρε τη μεγάλη απόφαση. Όλοι οι φίλοι του έπεσαν πάνω του να τον μεταπείσουν. Και τις τελευταίες ημέρες φάνηκε ότι το κατάφεραν. Ο ίδιος όμως δεν είχε πει την τελευταία κουβέντα. Η δήλωση που μας έκανε πρόσφατα ότι «ουδείς μπορεί να μου επιβάλει να παραιτηθώ» σημαίνει ότι δέχθηκε και άλλες πιέσεις. Από «δικούς του ανθρώπους»! (…) Ο πρόεδρος δεν είπε ότι διαφώνησε με τα υπόλοιπα στελέχη της οικογένειας και για το θέμα του προπονητή. Έβγαζε προς τα έξω μια γραμμή σύμπλευσης για να μη γίνει άνω-κάτω ο Παναθηναϊκός. Πάνω απ’ όλα, όμως, δεν ήθελε να είναι τύποις πρόεδρος. Να κάνουν και άλλοι κουμάντο, ειδικά σε θέματα μεταγραφών».

Αυτά ήταν τα λόγια του Καπετάνιου πριν από 20 χρόνια. Και από τότε έχει μιλήσει ελάχιστες φορές δημοσίως, δεν έχει παραχωρήσει καμία μεγάλη συνέντευξη και παρακολουθεί εξ αποστάσεως τα τεκταινόμενα. Κάποιοι τον έλεγαν «Καβούρια», επειδή θεωρούσαν ότι η οικογένεια Βαρδινογιάννη θα μπορούσε να χρηματοδοτεί πολύ πιο γενναία και γενναιόδωρα τον Παναθηναϊκό. Η λογική του ιδίου συνοψιζόταν σε δύο από τις αγαπημένες του φράσεις, για τις οποίες είχε δεχθεί σκληρή κριτική: «Οι ομάδες χτίζονται, δεν αγοράζονται» και «Το μοναστήρι να’ ναι καλά…».

Υπό τη δική του καθοδήγηση, όμως, ο Παναθηναϊκός απέκτησε ένα από τα καλύτερα προπονητικά κέντρα (τότε…) στην Ευρώπη. Υπό τη δική του καθοδήγηση ανέπτυξε μια από τις καλύτερες Ακαδημίες παικτών (τότε) στην Ευρώπη. Υπό τη δική του καθοδήγηση – και μετά από φτωχότατη στην 20ετία μετά το «Γουέμπλεϊ» ευρωπαϊκή παρουσία – ο Παναθηναϊκός έγινε Panathinaikos. Μπορεί κάποιος να κατηγορήσει για πολλά τον 84χρονο πλέον Καπετάνιο. Όμως ουδείς δικαιούται να μην παραδεχθεί ότι ήταν οραματιστής και πρωτοπόρος.

Στα 21 χρόνια του ο Παναθηναϊκός πήρε… μόλις έξι πρωταθλήματα και ακόμα «κατηγορείται» γι’ αυτό από πολλούς φίλους της ομάδας (είχε χάσει τα τέσσερα πρώτα από τον Ολυμπιακού του φίλου του, Σταύρου Νταϊφά), πήρε 9 Κύπελλα, έφτασε δύο φορές σε ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (1985 εναντίον της Λίβερπουλ, 1996 εναντίον του Άγιαξ), είχε αμέτρητες κόντρες με τους οπαδούς, «έχασε» για λεπτομέρειες παικταράδες όπως ο Χάτζι, ο Στόιτσκοφ και ο Μιγιάτοβιτς, έφερε παικταράδες που έγραψαν ιστορία και γέμιζαν το ΟΑΚΑ, απέτυχε να «χαρίσει» επί της θητείας του στον Παναθηναϊκό ένα καινούριο γήπεδο και ήταν αναμφισβήτητα ο ισχυρός του ελληνικού ποδοσφαίρου για 15 χρόνια, χωρίς να διέπεται από τον «φαταουλισμό» της λογικής του «παρταόλα», αλλά είχε αρκετές εκρήξεις και άστοχες ατάκες, όπως η περίφημη «Θα φυλακίσω το πρωτάθλημα στην Παιανία» το καλοκαίρι του 1996. Με τον Παναθηναϊκό πρωταθλητή και ημι-φιναλίστ του Τσάμπιονς Λιγκ. Αμέσως μετά ακολούθησαν επτά σερί πρωταθλήματα του Ολυμπιακού…

Τον Γιώργο Βαρδινογιάννη διαδέχθηκε στην προεδρεία ο Αγγελος Φιλιππίδης και στο τιμόνι ο ανιψιός του, Γιάννης Βαρδινογιάννης, με τον οποίο ο Παναθηναϊκός μέσα σε έναν χρόνο έφερε στην Ελλάδα τον πιο ακριβοπληρωμένο παίκτη στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου (Πάουλο Σόουζα) και έκανε την ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου (Μιχάλη Κωνσταντίνου)!

H ίδια ομάδα που τα προηγούμενα δύο χρόνια (1998-2000) είχε αποκτήσει Μίκλαντ, Σιμπνιέφσκι, Μιλόγεβιτς, Ασάνοβιτς, Ζούλιο Σέζαρ, Μάουρο Σίλβα, Φύσσα, Βόκολο, Κιάσσο, Ποδαρά, Αντι Βλάχο, Ολιβάρες, Φλίπσεν, Χένρικσεν, Γκαλέτο, Σίγκουρντσον, Κουτσουρέ, Νασιόπουλο, Ηπειρώτη και Μάρκο Βίλα, θα προσέθετε τα δύο επόμενα χρόνια (2000-2002) τους πολύ πιο λαμπερούς και ακριβοληρωμένους Σόουζα, Βλάοβιτς, Σάριτς, Ολισαντέμπε, Κωνσταντίνου, Κόλκα, Μικάελσεν, Γιάρνι και τους νεαρούς Σεϊταρίδη – Μπόατενγκ – Σαπάνη και θα δημιουργούσε συνολικά τον συνολικά πολύ δυνατό Παναθηναϊκό της εξαετίας 1999-2005, Μιας ομάδας που σημάδεψε το ελληνικό ποδόσφαιρο με τις ευρωπαϊκές πορείες της, «στιγματίστηκε» από το ματς της Ριζούπολης και «γέννησε» την ιδέα της πρωταθλήτριας Ευρώπης Ελλάδας του Euro 2004 στο μυαλό του Οτο Ρεχάγκελ, προτού έρθει η σταδιακή παρακμή μέχρι την τριετία της πολυμετοχικότητας (2008-2011) και της οριστικής αποχώρησης της οικογένειας Βαρδινογιάννη από τον σύλλογο…

Υ.Γ. Μια υπόσχεση αν τηρούσε ο Γιώργος Βαρδινογιάννης θα ήταν υπέροχη κληρονομιά στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι. Εκείνο το «θα γράψω τα απομνημονεύματά μου», της 20ής Μαϊου 2000. Μένιο, τι λές; Ποτέ δεν είναι αργά!             

Πηγή: gazzetta.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...