Στα αφτιά κάποιου που δεν παρακολουθούσε την περσινή Premier League, η Μπέρνλι ακουγόταν, προτού την δει απέναντι στον Ολυμπιακό, ως ένας ελαφρύς αντίπαλος, ένα βατό εμπόδιο. Στα μάτια πολλών το βράδυ της Τετάρτης ο Ολυμπιακός φάνηκε κακός. Στην ομάδα του Πέδρο Μαρτίνς όμως δεν συνέβη κάτι ασυνήθιστο ή απρόσμενο. Μια τόσο καινούργια ομάδα, η οποία έχει και νέο προπονητή, πήγε να παίξει στην έδρα μιας ομάδας που έχει καλοσχηματιστεί και εξελίσσεται εδώ και μερικά χρόνια στα χέρια του ίδιου προπονητή, ο οποίος την περασμένη άνοιξη ήταν ένας από τους πιο περιζήτητους στην Αγγλία. Μια ελληνική ομάδα πήγε στην έδρα μιας καλής αγγλικής ομάδας, διότι τέτοια είναι η Μπέρνλι του Σον Ντάις. Κι είναι τόσο μεγάλη η διαφορά ανάμεσα στον ρυθμό του ελληνικού πρωταθλήματος και τον ρυθμό του αγγλικού, που του Ολυμπιακού δεν του πήρε απλώς πολύ χρόνο να προσαρμοστεί· δεν προσαρμόστηκε ποτέ, παρά μόνο σε μικρά διαστήματα του παιχνιδιού.
Η Μπέρνλι παίζει άλλου τύπου ποδόσφαιρο από αυτό που προσπαθεί να παίξει ο Ολυμπιακός του Μαρτίνς. Το game plan του Ντάις είναι ότι πλησιέστερο στον ορισμό του άμεσου παιχνιδιού: οι αμυντικοί που σημαδεύουν τον target man στην επίθεση και μια ολόκληρη ομάδα που λειτουργεί στο τερέν με τη συνείδηση ότι πρέπει να αρπάξει τις δεύτερες μπάλες, να επικρατήσει σε κάθε δεύτερη διεκδίκηση της μπάλας και να επιτεθεί με όσο το δυνατόν λιγότερες πάσες και λιγότερες επαφές με την μπάλα. Και οι ομάδες που παίζουν αυτό το είδος ποδοσφαίρου είναι απρόβλεπτες, και γι’ αυτό δύσκολα αντιμετωπίσιμες. Δεν είναι απλό για τον αντίπαλο να πιέζει διαρκώς την Μπέρνλι τόσο ψηλά στο τερέν ώστε να προλαβαίνει να κλείσει κάθε πάσα, να εμποδίζει κάθε μακρινή μεταβίβαση προς τον σέντερ φορ.
Εμοιαζε να πιάστηκε αδιάβαστος, αλλά στην πραγματικότητα ήταν απλώς απροετοίμαστος για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την Μπέρνλι στη ρεβάνς ο Ολυμπιακός. Είχε γίνει φανερό και στα προηγούμενα παιχνίδια του ότι δεν έχει προλάβει να ωριμάσει ακόμη επαρκώς το ανασταλτικό μέρος του παιχνιδιού του. Και παρ’ όλο που ο Μαρτίνς έκανε την ορθή επιλογή να ξεκινήσει το παιχνίδι με την ίδια ενδεκάδα των προηγούμενων ευρωπαϊκών αναμετρήσεων, επιδιώκοντας να έχει στο τερέν τον μεγαλύτερο βαθμό συνοχής, ο Ολυμπιακός που έχει προλάβει να ετοιμάσει δεν είχε την ωριμότητα που απαιτούσε αυτό το παιχνίδι.
Στο τερέν του “Ταρφ Μουρ” ο Ολυμπιακός έδινε την εντύπωση ομάδας που ήθελε αλλά δεν μπορούσε να κρατήσει την μπάλα (το ματς έκλεισε με 61%-39% κατοχή). Αυτό δεν του συνέβαινε του Ολυμπιακού μόνο επειδή δεν έχει προλάβει να εξελίξει το passing game ανάμεσα σε ποδοσφαιριστές που ακόμη μαθαίνουν ο ένας το παιχνίδι του άλλου. Συνέβαινε και επειδή ο κάτοχος έκανε πολλές επαφές με την μπάλα, δίδοντας τον χρόνο στους παίκτες της Μπέρνλι να πάνε την παρτίδα στο physical game, στο οποίο υπερτερούν εκ γενετής. Και την ίδια ώρα οι παίκτες του Ολυμπιακού αδυνατούσαν να κόψουν την μπάλα και τον ρυθμό της Μπέρνλι στο διάστημα της δικής της κατοχής επειδή οι Αγγλοι έπαιζαν με μια – δυο επαφές της μπάλας, δημιουργώντας μια ασυνήθιστη για τον Ολυμπιακό συνθήκη παιχνιδιού. Η διαφορά ανάμεσα σε Καραϊσκάκη και “Ταρφ Μουρ” ήταν ακριβώς αυτή που απεικονίζεται στα στατιστικά. Στο Καραϊσκάκη, που είχε την κατοχή της μπάλας (67.7%-32,3%) ο Ολυμπιακός, η ακρίβεια των παικτών στις μεταβιβάσεις έφτασε στο 83%. Στην Αγγλία, που οι παίκτες της Μπέρνλι κατάφεραν να εκμεταλλευτούν το πλεονέκτημά τους στο φυσικό παιχνίδι και προλάβαιναν, επειδή ο Ολυμπιακός τους το επέτρεψε, να βάζουν διαρκώς μεγάλη πίεση στον κάτοχο της μπάλας, η ακρίβεια των παικτών του Μαρτίνς στις μεταβιβάσεις δεν πέρασε το 70%. Στο πρώτο ματς, οι μονομαχίες στον αέρα ήταν 20-11 για τον Ολυμπιακό. Στη ρεβάνς ήταν 50-25 για την Μπέρνλι.
Στα μάτια του παρατηρητή, η εξέλιξη της ρεβάνς ζητούσε από τον προπονητή του Ολυμπιακού είτε να αντικαταστήσει έναν εκ των κεντρικών μέσων του με κάποιον που θα λειτουργούσε πιο καλά ανασταλτικά, που θα έβαζε μεγαλύτερη πίεση στον αντίπαλο κάτοχο της μπάλας και δεν θα επέτρεπε τόσο ελεύθερη τροφοδότηση των επιθετικών της Μπέρλνι, είτε να προσθέσει ακόμη έναν κεντρικό μέσο με τέτοια χαρακτηριστικά και να παίξει με τρία κεντρικά χαφ. Ο Μαρτίνς όμως δεν είχε στη διάθεσή του τον Γκιγιέρμε, που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, του αμυντικού μέσου. Και ο Νάτχο, που ήταν στον πάγκο, δεν είναι ο μέσος που θα τρέξει να πιέσει τον αντίπαλο κάτοχο της μπάλας με ένταση και σκληράδα στο μαρκάρισμα. Δεν είναι “κόφτης”.
Ολο αυτό που περιγράφω παραπάνω είναι μια από τις πιο βασικές ερωτήσεις, από των οποίων τις απαντήσεις θα αντιληφθούμε μέχρι ποιο ύψος θα μπορεί να σηκώσει το βλέμμα του ο Ολυμπιακός στην Ευρώπη, αλλά και να καταλάβουμε πώς θα σταθεί στα ελληνικά ντέρμπι. Αν ο Γκιγιέρμε προσθέσει στον Ολυμπιακό που δημιουργεί ο Μαρτίνς την πίεση προς τον αντίπαλο κάτοχο της μπάλας στο μεσαίο τρίτο του τερέν και ταιριάξει με τον Καμαρά, η ομάδα που δημιουργεί ο Πορτογάλος θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον αλλά και καλές προοπτικές για μια αξιόλογη ευρωπαϊκή πορεία. Και φυσικά θα μπορεί να στηρίξει τις εγχώριες φιλοδοξίες του. Αν όμως ο Γκιγιέρμε δεν αποδειχθεί “6άρι”, ο Ολυμπιακός θα το ξαναβρεί μπροστά του αυτό που του συνέβη στην Αγγλία. Κι αν του συμβεί απέναντι σε ομάδα με καλύτερη και αποτελεσματικότερη ομαδική τεχνική από αυτή που είχε η Μπέρνλι, η λήξη του ματς δεν θα τον βρίσκει να πανηγυρίζει.











