Mια φορά και έναν καιρό, το κυρίαρχο αίτημα όταν η κοινωνία κλυδωνιζόταν ήταν η παρέμβαση των ανθρώπων του πνεύματος. Θυμάμαι να γράφω ακόμα και έκθεση στο σχολείο με αυτό το θέμα, το 1983-4, σε χαλεπές, μάλιστα, εποχές.
Τότε το ερώτημα είχε αντίστροφη μορφή: «Μήπως παραείναι σιωπηλοί οι διανοούμενοι, τώρα που οι προοδευτικές δυνάμεις πήραν το πάνω χέρι;»
Η απάντηση, όπως αποδείχθηκε, ήταν θετική. Με το στόμα γεμάτο, δεν μιλάει κανείς.
Τριαντατόσα χρόνια αργότερα, στην εποχή της απέραντης σαχλαμάρας και των social media (αυτό ονομάζεται ταυτολογία), οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν περάσει στο περιθώριο και χρειάζεται το φανάρι του Διογένη για να τους εντοπίσει κανείς.
Όχι μόνο στην Ελλάδα, που άλλωστε κοιμάται τον ύπνο του δήθεν αδικημένου, αλλά και απανταχού της γης. Όποιος πιστεύει ότι η δική μας κοινωνία χειμάζεται περισσότερο από άλλες, μάλλον νομίζει ότι ο κόσμος τελειώνει στα ελληνικά σύνορα.
Αυτός ο τόπος μπορεί να είναι απένταρος και ανεπανόρθωτα σκλαβωμένος στους δανειστές, αλλά δεν πρόκειται να εκλέξει σε κυβερνητική θέση έναν μισάνθρωπο ρατσιστή παλιάτσο με τσέπες πιο βαθιές και από τον Ειρηνικό ωκεανό. Η απελπισία έχει και τα όριά της.
Μοιραία, το μικρόφωνο του δημοσίου λόγου πέρασε στα χείλη των πρωταγωνιστών της σαχλής καθημερινότητας. Πολλοί από αυτούς είναι αστοιχείωτοι και αούγκανοι, αλλά υπάρχουν και εκείνοι που σκέπτονται, παρακολουθούν, διαβάζουν, ανησυχούν.
Η φωνή αντίστασης του Αμερικανού αθλητή απέναντι στο κύμα της μισαλλοδοξίας και του νεοφασισμού θα μπορούσε, ή μάλλον θα έπρεπε, να γίνει παράδειγμα προς όλους.
Ο Κόλιν Κάπερνικ είναι ένα σύγχρονο είδωλο, όχι του αθλητισμού, αλλά της κοινωνίας. Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς και ο Στεφ Κάρι, παρομοίως. Τον Γκρεγκ Πόποβιτς προσωπικά θα τον ψήφιζα ακόμα και για Πρόεδρο, όπως και τον Στηβ Κερ.
Οι Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς είναι πλέον η αγαπημένη μου ομάδα. Δηλώνω λάτρης του ΝΒΑ, μολονότι το βρίσκω ανυπόφορο.
Ευθέως σας λέω, ότι δεν με ενδιαφέρει το μπάσκετ, ούτε η μπάλα. Με ενδιαφέρει η κοινωνία και η δύναμη που έχουν οι αθλητές για να την αλλάξουν.
Τους σιωπηλούς και τους «απολιτίκ» δεν τους αντέχω. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Γκρεγκ Μονρό στη media day των Μιλγουόκι Μπακς, «αν κάθεσαι στη μέση και παριστάνεις τον ουδέτερο, είναι σαν να συμφωνείς με αυτόν».
Δεν χρειαζόταν να εξηγήσει, ποιον εννοούσε. Σε έναν πλανήτη που μοιάζει να χάνει καθημερινά τον δρόμο του, ο Τραμπ είναι ο διάβολος. Ένας διάβολος με το δάχτυλο στα πυρηνικά. Εμείς, βέβαια, νομίζουμε ότι κινδυνεύουμε από τον …Στάλιν.
Το ΝΒΑ και το WNBA αρνούνται την συνένοχη σιωπή. Οι παίκτες τους βρίσκονται διαρκώς στην πρωτοπορία, με σημαιοφόρο τον ίδιο τον κομισάριο.
Ο Άνταμ Σίλβερ δεν φοβάται να σπάσει αυγά. Όταν έμαθε ότι η Νορθ Καρολάινα προωθούσε ομοφοβικούς νόμους, της αφαίρεσε αδιαπραγμάτευτα το δικαίωμα να οργανώσει All-Star Game.
Οι πρωτοβουλίες των Ουόριορς για μποϊκοτάζ του Λευκού Οίκου χαιρετίστηκαν επίσημα, έστω με τρόπο διακριτικό. Η μπαλίτσα βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα.
Ο αθλητισμός δεν είναι μόνο ψυχαγωγία. Αν έλειπαν και οι κακές, υποδόρια εθνικιστικές συνήθειες με τον εθνικό ύμνο και τους στραταίους πριν από κάθε ματς…
Οι Έλληνες μπασκετμπολίστες έχουν φωνή; Έχουν άποψη; Ασχολούνται με ο,τιδήποτε, πέρα από τα μουστάκια τους;
Προτιμώ να εξαιρέσω από τη συζήτηση του ποδοσφαιριστές, διότι θυμάμαι καλά τι συνέβη τη μοναδική φορά που κάποιος από δαύτους αποφάσισε να διατυμπανίσει τα πολιτικά «πιστεύω» του μέσα από το γήπεδο…
Τείνω να πιστέψω ότι οι περισσότεροι είναι μουγγοί. Ειδάλλως δεν εξηγείται τόση αδιαφορία.
Η φωνή τους έχει δύναμη, αλλά μόνο όταν ξεμυτίζει από τα χείλη. Κρυμμένη στο λαρύγγι, δεν ακούγεται καθόλου.
Προσοχή, δεν περιμένω να τοποθετηθούν απέναντι στην πολιτική ρουτίνα ούτε να μιλήσουν για τον Τσίπρα και τον Μητσοτάκη. Αν είναι να βγουν σαν τον Αρκά, καλύτερα να λείπει η απομυθοποίηση.
Υπάρχουν, όμως, θέματα «κοινής συναίνεσης», όπου η ηχηρή παρέμβαση ενός πασίγνωστου και δημοφιλούς προσώπου μπορεί να κουνήσει το μυαλό των κουφιοκέφαλων.
Το προσφυγικό. Η κοινωνική αλληλεγγύη. Η τυφλή βία. Ο εκμαυλισμός της κοινωνίας. Τα ναρκωτικά. Ακόμα και το φλέγον θέμα με τα εμβόλια.
«Εμβολιάστε οπωσδήποτε τα παιδιά σας», όφειλε να γράψει στο Instagram o Σπανούλης, κάτω από τη φωτογραφία με την κορούλα που μόλις απέκτησε. Όλο και κάποιος οπισθοδρομικός θα έβαζε μυαλό.
«Είμαστε και εμείς μετανάστες, κοπιάστε να μας μαχαιρώσετε αν δεν μας γουστάρετε», θα μπορούσε να λέει ένα κοινό τηλεοπτικό μήνυμα του Γκάλη και του Αντετοκούνμπο. Τι λέτε, δεν θα χτυπούσε κάποια φλέβα;
Αλλά πώς να περιμένεις ευαισθησία, από τους ίδιους αθλητές που σιωπούν εδώ και δεκαετίες απέναντι στη μάστιγα του χουλιγκανισμού; Προτιμούν να παραμένουν αιχμάλωτοι μολονότι κινδυνεύει η σωματική τους ακεραιότητα, παρά να εναντιωθούν ενεργά.
Ή μήπως υπερασπίστηκε κανείς δημόσια τους Αντετοκούνμπο και τον Σχορτσανίτη απέναντι στους νεοναζιστές; Η σιγή των συναδέλφων υπήρξε εκκωφαντική.
Ο ακτιβισμός, κύριοι, θέλει τόλμη. Αν δεν φάμε τα μουστάκια μας, δεν γίνεται.
Όσοι επισημαίνουν ότι «η κοινωνία μας δεν είναι έτοιμη για τέτοιες κινήσεις» είναι πιο επικίνδυνοι και από τους σιωπηλούς. Η κοινωνία δεν θα γίνει ποτέ έτοιμη, εάν δεν σπείρουν το χωράφι εκείνοι που μπορούν.
Δυστυχώς, τους ανθρώπους του πνεύματος δεν τους ακούει πια κανείς, αφού οι εθισμένοι στα ριάλιτι και στο φέισμπουκ τους θεωρούν λαπάδες.
Οι αθλητές, όμως, συνιστούν σημείο αναφοράς. Τους αχαϊρευτους το κοινό θα τους περιφρονήσει, αλλά ουδείς θα αγνοήσει μία φωνή όπως λ.χ. του Ζήση ή του Διαμαντίδη ή του Παπαλουκά.
Οι μπασκετμπολίστες, στο μεταξύ, αποφεύγουν να σχολιάσουν ακόμα και ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την επαγγελματική ζωή τους, όπως το μέλλον της Εθνικής ομάδας ή ο πόλεμος Φιμπαίων-Μπερτομαίων.
Μεμονωμένα και ως αυτόφωτες προσωπικότητες εννοώ. Υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά είναι ελάχιστες.
Δεν αρκεί να οχυρώνονται οι παίκτες πίσω από το συνδικαλιστικό όργανο και την Ομοσπονδία, πόσο μάλλον πίσω τον εργοδότη τους. Αρνούμαι να πιστέψω, ότι δεν έχουν εμπεριστατωμένη άποψη.
Όπως λέει ο ποιητής, «κάποιο μεγάλο βόδι τους πατάει τη γλώσσα». Καλός λαπάς, και αυτός…











