Στην προπονητική λογική, έχει αρχίσει να αναπτύσσεται μια μεγάλη πλάνη, η οποία κάποια στιγμή είναι απαραίτητο να αποσαφηνιστεί, γιατί αλλιώς θα κλάψουν ακόμη και οι μανούλες που δεν έχουν κλάψει μέχρι σήμερα.
Το γεγονός ότι ο Νικ Καλάθης (και ο κάθε Νικ Καλάθης) δεν σουτάρει από μακριά με τα ποσοστά του Ρέτζι Μίλερ όταν ήταν στα ντουζένια του, δεν νομιμοποιεί κανέναν προπονητή που αντιμετωπίζει τον Παναθηναϊκό (και τον κάθε Παναθηναϊκό) να τον αφήνει τόσο προκλητικά ξεμαρκάριστο από το ξεκίνημα ενός παιχνιδιού, όπως έκανε (και) ο Αταμάν. Αυτό δεν λέγεται αμυντική τακτική λέγεται τζόγος. Γιατί, εάν και εφόσον, μέσα στο οικείο ΟΑΚΑ(και το κάθε ΟΑΚΑ), ο Νικ (και ο κάθε Νικ) ξεκινάει και σουτάρει με 3 στα 3 τρίποντα , τότε «αντίο ζωή». Και να πεις ότι με αυτό το πλάνο του έκοψε την δημιουργία; Κουραφέξαλα… Εννέα (9) ασίστ μοίρασε για την πλάκα του ο ηγέτης του Παναθηναϊκού ο οποίος, ειδικά στο πρώτο ημίχρονο, διάβασε υποδειγματικά το παιχνίδι και το έβαλε στον δρόμο της αρετής. Επέστρεψε λοιπόν δριμύτερος μετά την απουσία του από τρεις αγώνες, εκ των οποίων αποδείχθηκε οδυνηρή μόνο εκείνη στη Βαλένθια.
Και μια ομάδα όπως είναι η φετινή Εφες, όταν «τρώει» 47 πόντους στο πρώτο ημίχρονο και 90 στο σύνολο, τι απαιτήσεις μπορεί να έχει από ένα παιχνίδι με έναν αντίπαλο από τον οποίο, φέτος, δεν είναι στα ίδια κυβικά;
Και για να μη νομίζεται ότι αυτή τη λογική την έχουν μόνο προπονητές του επιπέδου του Αταμάν, θα σας γυρίσω σχεδόν οκτώ χρόνια πίσω στον τέταρτο τελικό των play off, Παναθηναϊκού- Ολυμπιακού, τότε που -προφανώς- ο μεγάλος Ομπράντοβιτς είχε ζητήσει από τους παίκτες του να αφήνουν ελεύθερο τον Τζος Τσίλντρες. Εκείνο το βράδυ ο Αμερικανός τα έβαλε μαζεμένα, πρόσθεσε κι ένα τρίποντο ο Μπουρούσης που σούταρε από την κοιλιά του και αίφνης οι «πράσινοι» βρέθηκαν στο -14, 11 λεπτά πριν το φινάλε. Το πώς γύρισε εκείνο το ματς είναι μια άλλη ιστορία. Το ζητούμενο είναι ότι ενσυνείδητα μια ομάδα όπως εκείνος ο Παναθηναϊκός, αποφάσισε να ρισκάρει τόσο απροκάλυπτα.
Είναι άλλο, στην εξέλιξη του ματς να έχεις ιεραρχήσει, αν είναι να αφήσεις έναν ποιόν είναι προτιμότερο να επιλέξεις, ή αν είναι να στείλεις κάποιον στις βολές να έχεις σημαδέψει τον πιο αδύναμο και άλλο αυτό το “κορώνα-γράμματα” να αποτελεί βασική στρατηγική επιλογή.
Την ευκαιρία να κάνουμε μια τέτοια συζήτηση μας την προσφέρει το ξεκάθαρο του πράγματος όσων διαδραματίστηκαν στο παρκέ του αλώβητου ΟΑΚΑ στο πρώτο επίσημο ματς της χρονιάς.
Από τη μία, υπήρχε μια ομάδα, αυτή που τελικά νίκησε με άνεση, η οποία ήξερε πότε θα τρέξει στο transition, πότε θα επιτεθεί από μέσα και πότε θα σουτάρει απ’ έξω. Το γεγονός ότι οι «πράσινοι» τελείωσαν με 14/26 τρίποντα (σχεδόν 54%) και μάλιστα υπογραμμίζοντας ότι ο μετρ του είδους, Κέι Σι Ρίβερς «συνεισέφερε» 0 στα 4(!) δεν σημαίνει ότι άρχισαν να μπουμπουνίζουν τη μπάλα από όπου τους «κάπνιζε». Στο πρώτο ημίχρονο (σκορ 47-33), που θεωρητικά είχε κριθεί το ματς, είχαν επιχειρήσει 22 δίποντα και μόλις 10 τρίποντα. Ta περισσότερα εύκολα καλάθια ήρθαν με διεισδύσεις. Μια απόλυτα ισορροπημένη αναλογία.
Στο δεύτερο ημίχρονο, κάτι η ζώνη της κακιάς ώρας που έπαιξε η Εφές, κάτι η ευστοχία του Παππά (4/5τρ.), του Ντένμον (3/3 τρ.) και του Λοτζέσκι (2/4τρ.) αλλά και το γεγονός ότι κάποια στιγμή η διαφορά σκαρφάλωσε στους 19 πόντους, μετέτρεψε το ματς σε “All Star Game”. Σε ποιο άλλο φυσιολογικό ματς θα μέτραγε κανείς δυο επιθέσεις που ολοκληρώθηκαν με δυο σερί πάσες πίσω από την πλάτη. Μόνο σε ματς που νιώθεις άνετα και παράλληλα θες να δώσεις το κάτι παραπάνω στον τόσο κόσμο που συνειδητοποίησε ότι στραβοπατήματα όπως αυτά στη Βαλένθια δεν μπορούν να αποφευχθούν σε βάθος 30 αγώνων και κατέκλυσε τις κερκίδες.
Η Εφες τελείωσε με 17 ριμπάουντ περισσότερα (37 έναντι 20), μάζεψε 14 επιθετικά αλλά δεν απείλησε ούτε στιγμή, μαρτυρά την διαφορά προσέγγισης και ποιότητας. Ή να το πούμε κι αλλιώς: αν οι αριθμοί σε αυτή την κατηγορία δεν ήταν τόσο ετεροβαρείς η τουρκική ομάδα θα ήταν σα να μην είχε μπει ποτέ στο γήπεδο. Ο Πασκουάλ είχε δίκιο να παραπονιέται για την χαλαρότητα της άμυνας, αλλά τί άμυνα να παίξεις απέναντι σε μια ομάδα που δεν έκανε, ή δεν μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτα. Το μόνο που μπορεί να χρειαστεί να τον προβληματίσει είναι ότι για μια ακόμη φορά ο Ρίβερς και ο Σίνγκλετον δεν έπιασαν τα γνωστά τους στάνταρ. Γιατί ο Γκιστ μαζί με τον Καλάθη, είναι άλλος παίκτης, απ’ ότι χωρίς αυτόν.











