Η Ελλάδα και ο ΠΑΟΚ ήταν το πεπρωμένο του

Η μοίρα, ενίοτε, παίζει άσχημα παιχνίδια. Όπως, εκείνο το κυριακάτικο μεσημέρι της 31ης Μαΐου 1981, όταν ο Γκιούλα Λόραντ ξεψυχούσε στον ασπρόμαυρο πάγκο. Το gazzetta.gr θυμάται…

Ο άνθρωπος που είχε οδηγήσει τον ΠΑΟΚ στο πρώτο πρωτάθλημα τη σεζόν 1975-76, είχε επιστρέψει στον «Δικέφαλο» τον Απρίλιο του 1980 για να επαναλάβει το θαύμα.

Ο παθιασμένος για το ποδόσφαιρο, Γκούλα Λόραντ, ξαναπάτησε το πόδι του στη Θεσσαλονίκη στις 29 Απριλίου του 1980, ύστερα από ασφυκτικό πρέσινγκ των παραγόντων του «Δικεφάλου», που είχαν ενημερωθεί για την εντολή των γιατρών να επιλέξει ένα θερμό κλίμα για το υπόλοιπο της ζωής του.

Στα τέλη Απριλίου του 1980 ο αντιπρόεδρος της νεοσύστατης ΠΑΕ, Γιώργος Πετρίδης, βρέθηκε στη Γερμανία προκειμένου να τον πείσει και να επανέλθει στον πάγκο της ομάδας, από τον οποίο μόλις είχε αποχωρήσει ο Πολωνός, Εγκον Πίχατσεκ.

Η Ελλάδα φάνταζε ως μια ιδανική επιλογή, λόγω κλιματολογικών συνθηκών, για τον επιβαρυμένο οργανισμό του «σκληρού» Μαγυάρου. Το γνώριζε πολύ καλά, το έβλεπαν όσοι ήταν δίπλα του και τα πρώτα σημάδια είχαν φανεί μήνες νωρίτερα από την τραγική εκείνη Κυριακή στο γήπεδο της Τούμπας, αλλά ο ίδιος επέμενε να το κρύβει από την οικογένεια και τους συνεργάτες του.

Η ανταπόκριση του Λόραντ ήταν άμεση και έτσι προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης το απόγευμα της Τρίτης 29 Απριλίου, όπου τον περίμεναν 2.000 φίλοι του Δικεφάλου, τον συγκίνησαν και τον συνόδευσαν μέχρι το Ηλέκτρα Παλάς όπου έμεινε εκείνο το βράδυ. Νωρίτερα, κάποιοι  ευρηματικοί ΠΑΟΚτσήδες είχαν ολοκληρώσει με επιτυχία την «επιχείρηση τενεκέδες» γράφοντας την επομένη μέρα τη δική τους ιστορία στα τσιμέντα του Καυτανζογλείου, κάτω από το ρολόι της θύρας 10.

Ηταν ο περίφημος προημιτελικός του Κυπέλλου κόντρα στον Άρη, με την Τούμπα να έχει κλείσει μετά την κατάρρευση της θύρας 8 και η ρεβάνς να γίνεται ένα μήνα μετά την αρχική ημερομηνία της. Ο «Δικέφαλος» παρατάχθηκε μπροστά σε σχεδόν 40.000 κόσμο (34.641 εισιτήρια) με τον Λόραντ να κάθεται στην άκρη του πάγκου, αλλά όλη τη δουλειά να την κάνει ο Αρίσταρχος Φουντουκίδης.

«Εγώ απλά μίλησα στα παιδιά πριν τον αγώνα και τους είπα να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό. Αυτό φάνηκε στην παράταση όταν οι παίκτες μας επιστράτευσαν όλες τους τις δυνάμεις και πήραν την πρόκριση», είπε μετά το ματς ο Μαγυάρος προπονητής, που είδε στο 60ο λεπτό τον Σταύρο Σαράφη να ισοφαρίζει το σκορ του πρώτου αγώνα και στην παράταση (110’) τον Βασίλη Βασιλάκο να πετυχαίνει το γκολ της πρόκρισης.

Ο «ευφυής herr Lorant» επέστρεψε στην Τούμπα, για να αφήσει εκεί την τελευταία του πνοή στις 31 Μαΐου του 1981, σ’ ένα τελείως αδιάφορο βαθμολογικά για τον ΠΑΟΚ παιχνίδι, απέναντι στον Ολυμπιακό, λίγες μέρες πριν οι δύο ομάδες συναντηθούν στον τελικό του κυπέλλου Ελλάδας.

Ο Μαγυάρος άρχοντας, τον οποίο βρήκε ο χάρος στο φτερό στον πάγκο της Τούμπας, δεν πρόλαβε ποτέ να οδηγήσει το «Δικέφαλο» στον τελικό της Νέας Φιλαδέλφειας κόντρα στους «ερυθρόλευκους», από τους οποίους μετρούσε ελάχιστες ήττες και ήταν αυτός, που στις 4 Ιανουαρίου του 1976 τους υποχρέωσε στη μεγαλύτερη εντός έδρας ήττα (0-4) μέχρι και σήμερα.

Η Ελλάδα και ο ΠΑΟΚ ήταν το πεπρωμένο του. Το τελευταίο ταξίδι…

Πηγή: gazzetta.gr