Χαροπαλεύει οπαδός της Λίβερπουλ
Οι άσχημες εικόνες έξω από το Anfield λίγο πριν τον πρώτο ημιτελικό μεταξύ της Λίβερπουλ και της Ρόμα με τους Ιταλούς tifosi να προκαλούν σοβαρά επεισόδια με αποτέλεσμα ένας οπαδός των «reds», ο Ιρλανδός Σιν Κοξ να δίνει μάχη με τον θάνατο. Τα επεισόδια αυτά προκάλεσαν την αντίδραση του προέδρου της Ρόμα, Τζέιμς Παλότα, ο οποίος έξαλλος δήλωνε: «Είναι θέμα όλων μας για να αφυπνιστούμε και να μην έχουμε τη φήμη ότι οι οπαδοί μας δεν είναι καλοί. Είναι απλά μερικοί γ@@@@@ βλάκες που μας απογοητεύουν. Τα παιχνίδια του ποδοσφαίρου δεν είναι ζωής και θανάτου. Αυτό που συμβαίνει τώρα με τον Σιν Κοξ στο Λίβερπουλ είναι ζωής και θανάτου και επηρεάζει την οικογένειά του. Χ@@@@α για το σκορ, πραγματικά. Είναι απογοητευτικό η Ρώμη και η Ρόμα να κατηγορείται για μερικούς τύπους που κάνουν βλακείες».
Και μπορεί πράγματι τα επεισόδια να προέρχονται από μια μικρή ομάδα χούλιγκανς, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα επεισόδια αυτά είναι κάτι το τυχαίο και η εξήγησή τους ολοκληρώνεται με εκφράσεις του τύπου είναι απλά χαζοί. Δυστυχώς η βία, είτε αυτά προέρχονται λόγω αιώνιας κόντρας μεταξύ ομάδων, είτε λόγω πολιτικών πεποιθήσεων των οπαδών ή είτε λόγω κοινωνικού αποκλεισμού, αποτελεί μέρος της ιταλικής οπαδικής κουλτούρας. Εμείς θα προσπαθήσουμε λίγο να κατανοήσουμε και εξηγήσουμε την προέλευση αυτής της οπαδικής υποκουλτούρας στην γείτονα χώρα.
Η προέλευση των ultras
Η ετυμολογία του όρου «ultra» προέρχεται από τη λατινική λέξη ultra που σημαίνει πέρα από το όριο. Η πρώτη του χρήση σε ακραία μορφή έρχεται τον 19ο αιώνα στην Γαλλία (από το 1815 έως το 1830 συγκεκριμένα) από μια ακροδεξιά πολιτική παράταξη, τους Ultra-royalist, η οποία υποστήριζε την αποκατάσταση του βασιλικού οίκου των Βουρβόνων στον γαλλικό θρόνο μετά την πτώση του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Ο Ultra ήταν συνήθως μέλος της αριστοκρατίας που υποστήριζε την μοναρχία και ήταν σθεναρά κατά της λαϊκής θέλησης και των δημοκρατικών δικαιωμάτων της ακμάζουσας αστικής τάξης.
Στην σημερινή εποχή οι ultras στο ποδόσφαιρο έχουν επικρατήσει ως σκληροπυρηνικές ομάδων οπαδών των οποίων οι συμπεριφορές πολλές φορές ξεπερνάνε τα όρια. Στην Ιταλία τα γκρουπ αυτά έχουν πλέον ιδιαίτερη οργάνωση και αποτελούν συνδετικό κρίκο της τοπική κοινωνία. Η ταυτότητα τους πολλές φορές καθορίζεται από τις πολιτικές πεποιθήσεις των τοπικών αρχόντων.
Το κοινωνικό αυτό κίνημα, έκανε την εμφάνισή τους στα τέλη της δεκαετίας του 60′ και κράτησε μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας και δεν είναι τυχαία η περίοδος. Εκείνη την εποχή η χώρα βίωνε μια δύσκολη περίοδο, γνωστή και ως Μολυβένια χρόνια, μια περίοδο που η Ιταλία γνώρισε μια σειρά από τρομοκρατικές επιθέσεις, τόσο της άκρας δεξιάς όσο και της άκρας αριστεράς, με συνέπεια να χάσουν τη ζωή τους περισσότεροι από 100 άνθρωποι.
Η πόλωση αυτή συντέλεσε στην δημιουργία παραστρατιωτικών οργανώσεων και από τις δύο πολιτικές ιδεολογίες με τις εντάσεις αυτές να μεταφέρεται και στο ποδόσφαιρο όπου η παρουσία φασιστών και κομμουνιστών είχε ως αποτέλεσμα η βία να κάνει την εμφάνισή της εκτός από τους δρόμους και στις εξέδρες.
Στην Ρόμα την δεκαετία του 70′ ιδρύθηκαν δύο γκρουπ οπαδών, οι Fedayn με άκρως αριστερές ιδέες, αλλά και οι Boys Roma, όπου τα μέλη τους κινούνταν στον ακροδεξιό χώρο. Και τα δύο γκρουπ κουβάλησαν μαζί τους τόσο τα πολιτικά τους πιστεύω όσο και την βία σε ένα χώρο που ήταν αρκετά δύσκολο η αντιμετώπιση.

Όπως έγινε γνωστό, ο ένας από τους επιτιθέμενους στον οπαδό της Λίβερπουλ, είναι μέλος των Fedayn με το γκρουπ να παραμένει ενεργό στην Curva Sud του Ολίμπικο. Στην γείτονα χώρα η μίξη αυτή των οπαδών με διαφορετικό πολιτικό υπόβαθρο σε μια κοινή εξέδρα δεν είναι κάτι άγνωστο, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι η γέννηση των γκρουπ αυτών έγινε σε μια έντονη πολιτική περίοδο για την χώρα.
Αν σε αυτό προσθέσουμε και το διαχρονικό πρόβλημα της γείτονας χώρας το γνωστό πλέον Campanilismo (η ισχυρή σχέση που έχει ένας Ιταλός με την πόλη του και την περιοχή του αλλά όχι με την χώρα του), καταλαβαίνει κανείς πως κατάφερε το φαινόμενο της βίας να επικρατήσει.
Οι ultras της Ρόμα
Στις 17 Απριλίου του 1944 στην γειτονιά του Κουαδράρο της Ρώμης οι Ναζί έκαναν μία από τις τελευταίες τους επιδρομές στην αιώνια πόλη. Στην γειτονιά, το οποίο ήταν έντονο το αντι-φασιστικό στοιχείο, οι Γερμανοί συγκεντρώνουν περίπου 700 άνδρες και τους στέλνουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τα οποία δεν επέστρεψαν ποτέ.
Τριάντα χρόνια μετά στην ίδια γειτονιά και με το πολιτικό φρόνημα στα ύψη, ο ένας κομμουνιστής, ο Ρομπέρτο Ρούλι, δημιουργεί τους Fedayn. Το κλαμπ παίρνει το όνομά του από μια παραστρατιωτική ομάδα Παλαιστινίων που ενεργούσε επιθέσεις κατά του Ισραήλ, και διατρανώνει την αντίθεσή του σε ότι σχέση με φασιστικές πολιτικές πεποιθήσεις, όπως είχαν κάνει οι παππούδες τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δύο χρόνια νωρίτερα το 1972, δημιουργούνται οι Boys Roma, οι οποίοι είναι αντίθετοι με τον κομμουνισμό, παντρεύοντας τη νεο-φασιστική ιδεολογία με τη νοσταλγία για τον Μπενίτο Μουσολίνι. Η πολιτική ιδεολογία βρίσκεται στην καρδιά της ταυτότητας και των δύο γκρουπ, ενώ και η βία αποτελεί μέρος αυτής της ακραίας ιδεολογίας.
Έτσι, το 1977 δημιουργείται το Commandos Ultrà Curva Sud με στόχο να ενώσει τα δύο γκρουπ κάτω από ένα πανό. Οι προσπάθειες αυτές όμως σημαδεύονται από μια τραγωδία όταν το 1979, ο Βιτσέντζο Παπαρέλι, οπαδός της Λάτσιο, σκοτώνεται από φωτοβολίδα που έχει εκτοξευτεί από την Curva Sud και μέλος των Fedayn. Η χώρα βυθίζεται ξανά σε εθνικό πένθος με τους πολίτες να βιώνουν σχεδόν καθημερινά πράξεις βίας και πολιτικής τρομοκρατίας. Άλλωστε, ένα χρόνο πριν τον θάνατο του Παπαρέλι, η αριστερή τρομοκρατική οργάνωση «Ερυθρές Ταξιαρχίες» είχαν απαγάγει και δολοφονήσει τον πρώην Πρωθυπουργό Άλντο Μόρο, ενώ το 1980, 85 άνθρωποι χάνουν την ζωή τους στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια μετά από επίθεση της νεοφασιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης NAR (Nuclei Armati Rivoluzionari).
Η βία ταυτόσημη με την ιταλική καθημερινότητα
Πλέον, το ιταλικό Κράτος είχε χάσει τη νομιμότητά του προκαλώντας μια τεράστια κρίση στην εμπιστοσύνη του λαού ως προς την κεντρική πολιτική διοίκηση η οποία συνδυάστηκε με μια νέα έκρηξη βίας στους δρόμους, ενώ και το ιταλικό ποδόσφαιρο έγινε μέρος αυτής της εκρηκτικής ατμόσφαιρας.
Στις εξέδρες, ο θάνατος του Παπαρέλι φέρνει μεγαλύτερη ρήξη και ανοίγει τον ασκό του Αιόλου. Το 1989 ένας έφηβος οπαδός της Ρόμα πέθανε από καρδιακή προσβολή την ώρα που προσπαθούσε να ξεφύγει από δέκα ultras της Μίλαν (η σημαία με το όνομά του είναι ακόμα και σήμερα στην Curva Sud).

Παράλληλα, το σκάνδαλο Tangentopoli στις αρχές της δεκαετίας του 90′ οδηγεί στην παραίτηση παραπάνω από 400 δημοτικών συμβουλίων σε όλη την χώρα. Το σκάνδαλο αυτό έφερε ακόμα μεγαλύτερη δυσπιστία στους πολίτες για τα πολιτικά δρώμενα, οι οποίοι έψαχναν για μια διέξοδο στα γήπεδα με τις συγκρούσεις μεταξύ των ultras και της αστυνομίας να παίρνουν άλλη διάσταση.
Τα τελευταία χρόνια τα περιστατικά των Ιταλών χούλιγκανς έχουν μειωθεί, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι έχουν εξαλειφθεί. Το 2006 οι οπαδοί της Μίντλεσμπρο μαχαιρώθηκαν από τους «τζιαλορόσι» σε μία από τις πιο γνωστές Pub της Ρώμης την Drunken Ship, ενώ έξι χρόνια αργότερα στο ίδιο μέρος, οι εκδρομείς της Τότεναμ (γνωστοί για την εβραϊκή κοινότητα) δέχτηκαν επίθεση από τους οπαδούς της Λάτσιο αν και αργότερα αποκαλύφθηκε πως δύο από τους χούλιγκανς προέρχονταν από τους ακροδεξιούς κόλπους της Ρόμα.
Τελευταίο και χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί ο τελικός του Coppa Italia μεταξύ της Νάπολι και της Φιορεντίνα, όταν ο Ντανιέλε Ντε Σάντις, γνωστός για τις φασιστικές του ιδέες και πρώην αρχηγός των οργανωμένων των «τζιαλορόσι», πυροβόλησε τρεις Ναπολιτάνους με τον έναν τελικά να υποκύπτει στα τραύματά του. Ο Ντε Σάντις είναι γνωστός στις Αρχές αφού είχε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην διακοπή του ντέρμπι με την Λάτσιο το 2004 λόγω της φήμης ότι η Αστυνομία είχε σκοτώσει ένα παιδάκι πριν το ματς. Μάλιστα, πανό υπέρ του Ντε Σάντις, ο οποίος βρίσκεται στην φυλακή, υπήρχε στο «Άνφιλντ» από τους Ρωμαίους εκδρομείς.

Αυτό πάντως που θα πρέπει να καταλάβουν όλοι είναι ότι όλα αυτά τα περιστατικά προέρχονται από ένα μικρό αριθμό οπαδών και δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν τους απανταχού tifosi που αγαπάνε χωρίς όρους την ομάδα τους. Αν σε αυτό προσθέσουμε ότι η ιταλική ταυτότητα ήταν διαχρονικά κατακερματισμένη, καταλαβαίνει κανείς ότι αυτή η μειοψηφία θα βρίσκει απέναντι όλους τους υγιείς Ιταλούς οπαδούς και αποτελεί την μεγάλη πρόκληση του ιταλικού κράτους να τους εκμηδενίσει.











