Ενηλικιώθηκα και ανδρώθηκα αθλητικά τη δεκαετία του ’80. Το πόλο δεν ήταν και το πιο διαδεδομένο άθλημα, αλλά είχε τη δική του παράδοση. Θυμάμαι να βλέπω τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας και τον Μίσα (τη μασκότ των αγώνων) να κλαίει στην τελετή λήξης, αλλά και την πορεία της Εθνικής μας Ομάδας Πόλο (το μόνο ομαδικό που είχε πάει) ανάμεσα στα μεγαθήρια του χώρου. Ούτε που φανταζόμουν ότι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Λος Άντζελες, θα ήμουν κι εγώ ανάμεσά τους, στα 17 μου χρόνια…
Μη φανταστείτε ότι τότε ο ελληνικός αθλητισμός ήταν και πολύ ανταγωνιστικός σε διεθνές επίπεδο. Οι Βαλκανικοί Αγώνες ‒που είχαν ακόμη την αίγλη τους‒ ήταν το βασικό πεδίο διεθνούς ανταγωνισμού μας. Οι αθλητικές επιτυχίες σε μεγαλύτερες διοργανώσεις (πανευρωπαϊκά, παγκόσμια πρωταθλήματα, ολυμπιάδες) ερχόντουσαν όταν ερχόντουσαν με το σταγονόμετρο. Σε συλλογικό επίπεδο, με εξαίρεση τον Άρη στο μπάσκετ, που μας έκλεινε κάθε Πέμπτη βράδυ στο σπίτι για να παρακολουθήσουμε τα ευρωπαϊκά του παιχνίδια, και τον Παναθηναϊκό στο ποδόσφαιρο, που προχωρούσε αρκετά στην Ευρώπη, δεν υπήρχε κάτι άλλο για να πανηγυρίσουμε. Άντε και καμμιά καλή πορεία του Εθνικού Πειραιώς στο πόλο.
Όλα αυτά άλλαξαν τον Ιούνιο του 1987, ένα έτος καμπής για τον ελληνικό αθλητισμό με το Ευρωμπάσκετ που ξεκίναγε σαν σήμερα, 30 χρόνια πριν. «Με τον Γκάλη τον Γιαννάκη και τα άλλα παιδιά…» το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του ‘87, σηματοδότησε ένα «paradigm shift», μια αλλαγή παραδείγματος, στον ελληνικό αθλητισμό. Ακολούθησε την ίδια χρονιά και το χάλκινο στο Ευρωπαϊκό του βόλεϊ στη Γάνδη, τεράστια επιτυχία, που όμως επισκιάστηκε από τη λάμψη του χρυσού του Ιουνίου.
Για όλους εμάς που κάναμε τότε πρωταθλητισμό σε άλλα αθλήματα, το Ευρωμπάσκετ του 1987 λειτούργησε ως μια ένεση αθλητικής αυτοπεποίθησης. «Αφού μπορεί το μπάσκετ γιατί όχι κι εμείς;» σκεφτόμασταν και συζητάγαμε από εκείνο το καλοκαίρι. Έτσι στα μάτια μας πλέον Ρώσοι, Γιουγκοσλάβοι, Ιταλοί, Ισπανοί έδειχναν πολύ πιο «γήινοι». Πηγαίναμε στους αγώνες με το “Final Countdown” να παίζει στα Walkman προσπαθώντας να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα, να τους κοιτάμε πλέον όλους στα μάτια. Οι επιτυχίες για το ελληνικό πόλο άρχισαν να έρχονται μετά από μερικά χρόνια. Ο σπόρος όμως είχε πέσει τότε το καλοκαίρι του ’87. Γι’ αυτό πάντα λέω ότι το 1987 ήταν η χρονιά που έδωσε στον ελληνικό αθλητισμό την ώθηση που χρειαζόταν για να βγει για τα καλά από το «καβούκι» του.
Γενικά, η δεκαετία του 1980 ήταν η δεκαετία που άρχισε να ξεφεύγει ο αθλητισμός από τα πέτρινα χρόνια. Έγιναν υποδομές, όλο και περισσότερα παιδιά ασχολήθηκαν και μπήκαν οι βάσεις για να αναπτυχθεί ο αθλητισμός στην Ελλάδα. Ο αθλητισμός, βέβαια, αναπτύχθηκε σε σωματειακό επίπεδο καθότι ο σχολικός ή πανεπιστημιακός αθλητισμός εξακολουθούσε να είναι ο φτωχός συγγενής. Κομβικό ρόλο όμως έπαιξαν τα κίνητρα για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια που γέμισαν στάδια, γήπεδα, κολυμβητήρια με παιδιά, χωρίς οι γονείς να έχουν ενδοιασμούς και να τα φρενάρουν επειδή έτσι έχαναν ώρες από το διάβασμά τους.
Ο ελληνικός αθλητισμός τη δεκαετία του 1980 ξεκίνησε «χειροποίητος» και σε ρόλο κομπάρσου και την έκλεισε με τους πρώτους πρωταγωνιστικούς ρόλους, σχεδόν επαγγελματίας πια. Η οργάνωση και η δουλειά άρχισαν να παίρνουν το πάνω χέρι από το αγνό ταλέντο και το μεράκι. Και έτσι άρχισαν να έρχονται και τα αποτελέσματα. Νομίζω ότι η προσφορά του Νίκου Γκάλη (αλλά και του Παναγιώτη Γιαννάκη) σε αυτό ήταν καθοριστική. Πήρε από το χέρι τον ταλαντούχο Έλληνα αθλητή και τον έκανε επαγγελματία. Του έδωσε να καταλάβει ότι το ταλέντο δεν αρκεί. Χρειάζεται ένα επιπλέον ταλέντο, το ταλέντο στη δουλειά για να αγγίξει κάποιος στην κορυφή. Και αυτό δεν ισχύει μόνο στον αθλητισμό. Καλό το ταλέντο και οι αυτοσχεδιασμοί αλλά σε πάνε μόνο μέχρι τα μισά του δρόμου. Η επιμονή, η δουλειά και η οργάνωση είναι που σε πάνε παρακάτω, ενίοτε και μέχρι την Ιθάκη των μεταλλίων και των μεγάλων επιτυχιών. Αυτό ήταν το μάθημα που πήρα πριν ακριβώς 30 χρόνια από εκείνους τους μεγάλους παίκτες και που ποτέ στην καριέρα μου δεν ξέχασα. Ούτε όμως και μετά από αυτήν…











