Ο «πολύχρωμος» Ντένις Ρόντμαν: Το απόλυτο αφιέρωμα (Video)
Το Age of Basketball ετοίμασε το αφιέρωμα στον Ντένις Ρόντμαν, που περιλαμβάνει όλα όσα θα θέλατε να ξέρετε για έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους αστέρες στην ιστορία του μπάσκετ.
[youtube VOMKqwsEm8g]
[youtube Rcp77jFYf0g&feature=related]
Η καριέρα του, η σχέση του με τη Μαντόνα, η απόπειρα αυτοκτονίας, οι απόψεις του για τους μεγάλους παίκτες της εποχής του. Πάνω απ’ όλα, γιατί είναι ο απόλυτος μύθος των ριμπάουντ. Το αφιέρωμα εκτείνεται σε 6 μέρη και το επιμελήθηκε ο Νίκος Κουσούλης:
Ο «πολύχρωμος» Ντένις Ρόντμαν – Μέρος I: Το Hall of Fame
Μπορεί να είχε υποσχεθεί ότι θα εμφανιστεί στην τελετή εισαγωγής του στο Hall of Fame με φανταχτερό φόρεμα και να μην το έκανε (επειδή η αστυνομία αρνήθηκε να κλείσει τον δρόμο μπροστά από το κτίριο όπου γινόταν η τελετή) αλλά ο Ντένις Ρόντμαν δεν μας απογοήτευσε.
«Αληθινός» όπως θα έλεγαν και τα ελληνικά μεσημεριανάδικα, καταφέρνοντας να αλλάξει συνολάκι στη μέση της τελετής, το «Σκουλήκι» ανήκει πια κι επισήμως στο πάνθεον του μπάσκετ. Εκεί που είναι η θέση τουδικαιωματικά. Όχι για τα πολύχρωμα μαλλιά, τα άπειρα piercings, ή τα εκκεντρικά συνολάκια. Ούτε καν για τις περιπέτειές του με τις γυναίκες που τόση δημοσιότητα πήραν κατά καιρούς. Απλώς και μόνο γιατί ήταν, είναι και θα είναι ένας από τους καλύτερους όλων των εποχών.
Το Age of Basketball σας εισάγει στον μαγικό κόσμο του αφιερώματος στον Ντένις Ρόντμαν με τον σωστό τρόπο: από την τελετή εισαγωγής του στο Hall of Fame.
Έκανε την εμφάνισή του στην τελετή με ένα αδιανόητο ασημί λαμέ κουστούμι με ασορτί καουμπόϊκο καπέλο με ασημένια διακοσμητικά και μαύρο φουλάρι με φτερά. Όταν σηκώθηκε για το λόγο του, φορούσε μαύρο κουστούμι με κόκκινες γραμμές και με ασημένιο στρας κεντημένα πάνω του στην πλάτη τα αρχικά των Σικάγο Μπουλς και των Ντιτρόιτ Πίστονς, αλλά και το DR, τα αρχικά του. Ένα ασημένιο κασκόλ δεμένο μπροστά, λευκά παπούτσια του τένις και μια καρφίτσα προς τιμή του Τσακ Ντέιλι.
Ο Ρόντμαν ήταν ο πιο πολύχρωμος παίκτης στην ιστορία του NBA και αυτό δεν αφορά μόνο τα ρούχα, τα μαλλιά ή τα τατουάζ. Σε ένα ιδιαίτερα συντηρητικό πρωτάθλημα ο Ρόντμαν πάντα ξεχώριζε. Και μάλιστα σε εποχές πολύ πιο «δύσκολες» από τις σημερινές. Όμως, ξεχώριζε και αγωνιστικά: 7 συνεχόμενες σεζόν ήταν ο πρώτος ριμπάουντερ του NBA, ενώ είναι 1ος στην ιστορία του NBA συνολικά σε rebound rate με 23.4 αλλά και 1ος στην ιστορία του NBA σε rebound rate σε μια σεζόν με 29.7.
Ο Ρόντμαν δεν μάσησε τα λόγια του στην τελετή. Τα είπε όλα. Από τους 4 ανθρώπους που «μπορεί πάντα να εμπιστεύεται» ως την παραδοχή ότι είναι κακός πατέρας, κακός γιος, κακός σύζυγος, από τις ευχαριστίες στον Ντέιβιντ Στερν «μόνο και μόνο που με άφησε να είμαι σήμερα στο κτίριο» ή που τον ανέχτηκε σε όλη του την καριέρα μέχρι το «δεν έπαιξα ποτέ μπάσκετ για τα λεφτά». Αυτός ήταν ο Ντένις Ρόντμαν. Και αν η εισαγωγή στο Hall of Fame ήταν το τελευταίο κεφάλαιο σε μια πλούσια μπασκετική καριέρα, τότε ήταν ακριβώς ο επίλογος που έπρεπε όπως έπρεπε.
Μόνο και μόνο ο λόγος του θα δείχνει για πάντα ότι ο Ρόντμαν μιλούσε από καρδιάς, θα είναι απόδειξη του λόγου που το «Σκουλήκι» είχε πάντα τόσο πολλούς φανατικούς οπαδούς. Και θα είναι για πάντα τομέτρο σύγκρισης για κάθε συναισθηματικό λόγο εισαγωγής στο Hall of Fame.

Από την αρχή τα μάτια του γέμισαν με δάκρυα και χρειάστηκε τρεις προσπάθειες για να ξεκινήσει, εμφανώς προσπαθώντας να συγκρατήσει τους λυγμούς του. «Περιμένετε», σιωπή, ένα αστείο για την Πένι Μάρσαλ και το ντοκιμαντέρ που του ετοιμάζει, κλάμα και τελικά με φωνή που έτρεμε «δεν έπαιξα το παιχνίδι για τα λεφτά. Δεν έπαιξα το παιχνίδι για να γίνω διάσημος. Αυτό που βλέπετε εδώ είναι περίπου μια ψευδαίσθηση, είμαι αυτός που θέλει να είναι γεμάτος χρώματα».
Η ζωή του σκληρή: «Το παιχνίδι ήταν πολύ καλό μαζί μου. Θα μπορούσα να είμαι οπουδήποτε. Θα μπορούσα να είμαι νεκρός. Θα μπορούσα να είμαι έμπορος ναρκωτικών. Θα μπορούσα να είμαι άστεγος. Ήμουν άστεγος. Πολλοί από εσάς που είστε στο Hall of Fame ξέρετε τι σημαίνει να ζεις εκεί που ζούσα και να προσπαθείς να φύγεις. Το έκανα, χρειάστηκε πολύ σκληρή δουλειά και πολλά εμπόδια στο δρόμο».
Ο πατέρας του ένα μαύρο κεφάλαιο στη ζωή του: «Δεν είχα ποτέ πατέρα. Με άφησε όταν ήμουν 5 χρονών. Έχει 47 παιδιά στις Φιλιππίνες. Εγώ είμαι το μεγαλύτερο. Έγραψε ένα βιβλίο για μένα στο Σικάγο και έβγαλε πολλά λεφτά, αλλά ποτέ δεν ήρθε να μου πει ‘γεια’. Αυτό δεν με σταμάτησε από το να επιβιώσω».
Ένα συγγνώμη προς τη γυναίκα του: «Δεν ήμουν ποτέ καλός πατέρας. Δεν ήμουν καλός σύζυγος. Δεν θα πω ψέματα. Αλλά η γυναίκα μου ανέχτηκε τα πάντα για 11 χρόνια και μεγάλωσε 3 εκπληκτικά παιδιά. Ήταν μητέρα και πατέρας. Εκτιμώ ό,τι έχει κάνει. Όταν κάποιος με ρωτά ‘υπάρχει κάτι που μετανιώνεις από την καριέρα σου ως μπασκετμπολίστα;’ Λέω ‘μόνο ένα πράγμα. Εύχομαι να ήμουν καλύτερος πατέρας’».
Ένα ύψιστος φόρος τιμής στους Πίπεν-Τζόρνταν: «Θέλω να μιλήσω και για δύο ακόμα ανθρώπους. Τον Σκότι Πίπεν και τον Μάικλ Τζόρνταν. Μπορεί να υποτιμώ έτσι την αξία του Αϊζάια Τόμας και του Τζο Ντούμαρς, αλλά ο Τζόρνταν και ο Πίπεν είναι για μένα οι δύο καλύτεροι παίκτες που έπαιξαν ποτέ το παιχνίδι του μπάσκετ».
Οι πιο μεγάλες ευχαριστίες του για τον Φιλ Τζάκσον («ο μοναδικός άνθρωπος που έκλαψε ποτέ για μένα»), τονΤσακ Ντέιλι, τον Τζέρι Μπας ιδιοκτήτη των Λέικερς και τον Τζέιμς Ριτς, που τον πήρε στο σπίτι του όταν η μητέρα του (που ήταν στο ακροατήριο) τον έδιωξε από το δικό της: «Αυτοί είχαν αντίκτυπο στη ζωή μου. Αυτοί ήταν για μένα μέντορας, πατέρας, κάποιος που μπορούσα να θαυμάζω και να πάρω τηλέφωνο κάθε στιγμή της ημέρας. Ήταν για μένα ένας ώμος πάνω στον οποίο έκλαιγα, ένα χέρι που έσφιγγα, ή απλώς κάποιος με τον οποίο μπορούσα να πω αυτό που πραγματικά είχα στο μυαλό μου. Αδιαφορούσαν για τους τύπους, για τα χρώματα και τα όσα έκανα και με έβλεπαν ως έναν άνθρωπο με καλή καρδιά».
Μια ιστορία για το πώς πήγε στους Μπουλς: «Ο Φιλ Τζάκσον μου ζήτησε να έρθω στο σπίτι του Τζέρι Κράουζε. ‘Ντένις, θέλουμε να έρθεις να παίξεις για εμάς. Μπορείς να πας στην κουζίνα και να πεις στον Σκότι συγγνώμη;’. ‘Εντάξει’ είπα ‘θα το κάνω’. Μετά με ρώτησε άλλο ένα πράγμα, ‘Ντένις θες να γίνεις ένας Σικάγο Μπουλ;’ και του απάντησα ‘Πραγματικά δεν με ενδιαφέρει καθόλου’. Τότε ο Φιλ Τζάκσον είπε ‘Καλώς ήρθες στους Σικάγο Μπουλς’».
Και μια «συγγνώμη» για τη μητέρα του: «Ευχαριστώ τη μαμά μου. Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω τα πράγματα και με συγχωρείτε που θα πρέπει να γίνει εδώ, στην κεντρική σκηνή. Εγώ και η μητέρα μου ποτέ δεν τα πήγαμε καλά. Δεν ήμουν καλό παιδί όταν ήμουν μικρός. Μετά τα 16 μου δεν ενδιαφερόμουν γι’ αυτή. Εκείνη έκανε 3 δουλειές και κάποια στιγμή με έδιωξε από το σπίτι γιατί δεν άντεχε άλλο. Τη μισούσα για πολύ καιρό. Η μητέρα μου σπάνια με αγκάλιασε ή αγκάλιασε τους αδερφούς μου. Δεν ήξερε πώς. Αλλά τα κατάφερε. Δούλευε σαν σκυλί. Δεν ήμουν σαν τους άλλους παίκτες του NBA που λένε ‘θα φροντίσω τη μητέρα μου’. Ήμουν πολύ εγωιστής, εξαιτίας όσων μου έκανε στη ζωή μου. Αλλά όσο μεγάλωνα τα πράγματα άλλαξαν. Δεν ήμουν ο καλύτερος γιος για σένα τα τελευταία χρόνια, το ξέρεις, αλλά τώρα πια μπορούμε να γελάμε γι’ αυτό. Ελπίζω να μπορώ να σε αγαπάω όπως σε αγαπούσα όταν γεννήθηκα».
Ο επίλογος όπως του άξιζε. Ευγνώμων που είναι ακόμα ζωντανός, με δάκρυα για τη μητέρα του και μια αγκαλιά από τον Φιλ Τζάκσον που στεκόταν δίπλα του σε όλο τον λόγο: «Για πολλά χρόνια έκαιγα το κερί και από τις δύο πλευρές. Γι’ αυτό και εκπλήσσομαι που είμαι ακόμα εδώ». Εδώ ζωντανός, όχι εδώ στο Hall of Fame. Και, πια, για πάντα «ζωντανός» στο πάνθεον του μπάσκετ.
Υ.Γ.: Ο λόγος του Ντένις Ρόντμαν στην τελετή εισαγωγής του στο Hall of Fame:
[youtube NQQu-JWzBug&feature=related]
Ο «πολύχρωμος» Ντένις Ρόντμαν – Μέρος II: η αρχή, οι Πίστονς και οι Σπερς
Το Age of Basketball σας ταξιδεύει στον κόσμο του Ντένις Ρόντμαν, σε ένα τεράστιο αφιέρωμα στη ζωή και την καριέρα του ταλαντούχου ιδιόρρυθμου παίκτη. Προσδεθείτε και ετοιμαστείτε για ένα ταξίδι γεμάτο χρώματα, όπως μόνο το «Σκουλήκι» ξέρει να διαλέγει.
Ο Ντένις Ρόντμαν γεννήθηκε στο Νιου Τζέρσεϊ όπου και έζησε τα πρώτα 3 χρόνια της ζωής του μιας και ο πατέρας του, Φιλάντερ Ρόντμαν, ήταν εκεί πιλότος της αεροπορίας. Όταν ο πατέρας του τους εγκατέλειψε, η μητέρα του μετακόμισε στο Ντάλας, όπου και ο Ρόντμαν μεγάλωσε στο Όουκ Κλιφ, πάμπτωχος και με το μέλλον του να διαγράφεται με ζοφερά χρώματα.
Οι δύο αδερφές του, Ντέμπρα και Κιμ, θεωρούνταν μεγάλα ταλέντα στο μπάσκετ (μάλιστα αμφότερες έγιναν all-Americans στο κολέγιο) και ήταν και οι δύο αρκετά ψηλότερες από τον Ρόντμαν, 1.88 και 1.83, την ώρα που το «Σκουλήκι» ήταν μόλις 1.78 μέχρι σχεδόν τα 19α του γενέθλια. Όταν ξεκίνησε το Λύκειο, ο Ρόντμαν ήταν 1.68 και προφανώς κανείς δεν του έριχνε δεύτερη ματιά στα αθλήματα, ήταν επρόκειτο για μπάσκετ είτε για αμερικάνικο ράγκμπι.
Ο Ρόντμαν ψήλωσε ξαφνικά μετά το τέλος του σχολείου, ο ίδιος λέει ότι πήρε 23 πόντους σε ένα καλοκαίρικαι παρότι ένιωθε άβολα με το νέο του σώμα, η αλλαγή ήταν εμφανής και πια είχε το πακέτο για να δείξει τις αθλητικές του ικανότητες αφού «μπορούσα να κάνω πράγματα που πριν ήταν ανέφικτα». Η Λορίτα Ουέστμπρουκ, φίλη της οικογένειας, ήταν που τον “ανακάλυψε” και τον έπεισε να πάει για δοκιμαστικό σε ένα μικρό κολέγιο στο Τέξας, το Cooke County College.
Μέσα σε 10 λεπτά ο Ρόντμαν είχε δεχτεί πρόταση για πλήρη αθλητική υποτροφία από το κολέγιο. Εκεί έπαιξε ένα εξάμηνο όλο κι όλο έχοντας 17.6 πόντους και 13.3 ριμπάουντ, πριν τα παρατήσει, έχοντας κοπεί στα μαθήματα και μη θέλοντας να ασχοληθεί άλλο για να επανέλθει στην ομάδα.
Ο ίδιος είχε αποφασίσει να μην δώσει άλλη ευκαιρία στο μπάσκετ, αλλά οι υπεύθυνοι του κολεγίου τουSoutheastern Oklahoma State μπόρεσαν μετά από πολλές προσπάθειες και αρκετή τύχη (ο ίδιος ο Ρόντμαν στο βιβλίο του λέει ότι ποτέ δεν απαντούσε στα τηλέφωνά τους και συζήτησε μαζί τους μόνο και μόνο επειδή έτυχε μια φορά να ανοίξει εκείνος την πόρτα όταν πήγαν να τον βρουν και να τον πείσουν) να τονστρατολογήσουν.
Εκεί, σε κολέγιο της NAIA (Εθνικός Οργανισμός Διαπανεπιστημιακών Αθλημάτων) ο Ρόντμαν αναδείχτηκε 3 φορές all-American σε 3 χρόνια και ήταν 1ος ριμπάουντ το 1984-85 και την επόμενη σεζόν. Στις 3 χρονιές του εκεί είχε 25.7 πόντους και 15.7 ριμπάουντ με 63.7% εντός παιδιάς για να κερδίσει το MVP σε καμπ του Πόρτσμουθ και μαζί με αυτό και το ενδιαφέρον των Ντιτρόιτ Πίστονς.
Τα πράγματα δεν ήταν προφανώς εύκολα μέχρι εκεί, καθώς στα 19 του η μητέρα του τον έδιωξε από το σπίτι επειδή δεν έκανε… τίποτα, και έμεινε 6 μήνες στο δρόμο. Κοιμόταν σε φίλους ή ακόμα και στο δρόμο τις νύχτες, ενώ μετά, πιάνοντας δουλειά ως νυχτερινός επιστάτης στο αεροδρόμιο του Ντάλας έκλεψε 50 ρολόγια και συνελήφθη.
Ήταν τυχερός που δεν είχε πουλήσει κανένα, αλλά απλώς τα είχε… χαρίσει «για να αποκτήσω όνομα στην περιοχή» με αποτέλεσμα μετά από μια νύχτα στη φυλακή να πει τα ονόματα όσων τα είχε δώσει. Και οι 50 τα επέστρεψαν στην αστυνομία και έτσι οι κατηγορίες αποσύρθηκαν, αν και έχασε τη δουλειά του.
Όσο φοιτούσε στο κολέγιο της Οκλαχόμα, ο Ρόντμαν ζούσε με την οικογένεια του Μπράιν Ριτς, ενός 13χρονου, ο οποίος έγινε κολλητός φίλος με τον Ρόντμαν. Ο Μπράιν είχε σκοτώσει κατά λάθος σε κυνηγετικό ατύχημα τον καλύτερό του φίλο όταν ήταν 11 ετών και ο Ρόντμαν τον βοήθησε να ξεπεράσει το σοκ. Παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην άκρως συντηρητική περιοχή (ρατσιστικά σχόλια και επιθέσεις) η φιλία των δύο ήταν που τον κράτησε στο κολέγιο.
Στο NBA με τα «Κακά Παιδιά»
[youtube jz_W7ijQMQU]
Ο Ρόντμαν δήλωσε συμμετοχή στο ντραφτ του 1986 και επιλέχτηκε στο νούμερο 27 (3ο του δεύτερου γύρου) από τους Ντιτρόιτ Πίστονς. Από την αρχή έκανε αισθητή την παρουσία του στη λίγκα, έχοντας 6.5 πόντους και 4.7 ριμπάουντ σε 15.0 λεπτά στη ρούκι σεζόν του. Αυτό που έμεινε σε πολλούς ήταν η κόντρα με τον Ντένις Τζόνσον των Μπόστον Σέλτικς στα πλέι οφς, αλλά και η περίφημη ατάκα για τον «υπερτιμημένο» Λάρι Μπερντ: «Ο Λάρι Μπερντ είναι υπερτιμημένος σε πολλά σημεία. Γιατί παίρνει τόση δημοσιότητα; Γιατί είναι λευκός. Ποτέ δεν ακούς ότι ένας μαύρος παίκτης είναι ο καλύτερος». Η κριτική εναντίον του μετά από αυτό ήταν σφοδρή αλλά απέφυγε το χαρακτηρισμό του ρατσιστή επειδή έλεγε ότι… η κοπέλα του (και μητέρα της πρώτης του κόρης) ήταν λευκή. Περισσότερα για το «κεφάλαιο Μπερντ» αργότερα στο αφιέρωμα.
Τη δεύτερη σεζόν του στη λίγκα ο Ρόντμαν έκανε ρεκόρ καριέρας σε πόντους μέσο όρο με 11.6, έχοντας και 8.7 ριμπάουντ και παίζοντας 26.2 λεπτά ανά αγώνα ξεκινώντας βασικός σε 32 από τα 82 παιχνίδια της χρονιάς. Οι Πίστονς έφτασαν στους τελικούς του NBA, όπου και έχασαν από τους Λέικερς με 4-3 παρότι προηγήθηκαν με 2-3 στις νίκες. Στο καθοριστικό 6ο παιχνίδι ο Ρόντμαν σχεδόν άγγιξε το επιθετικό ριμπάουντ που θα χάριζε τον τίτλο στους Πίστονς, ενώ στο 7ο, παρά τη σκληρή του άμυνα που επέτρεψε στην ομάδα του να επιστρέψει από το -15 ήταν το δικό του άστοχο σουτ στα 39 δευτερόλεπτα που κόστισε στους Πίστονς τον τίτλο.
Η αρχή της κυριαρχίας του «Σκουληκιού» στο NBA ήταν η σεζόν 1988-89. Ο Ρόντμαν έπαιζε 27.0 λεπτά και είχε 9.0 πόντους και 9.4 ριμπάουντ ξεκινώντας σε 8 μόλις ματς βασικός. Ήταν η πρώτη σεζόν που ο μέσος όρος του στα ριμπάουντ ήταν υψηλότερος από τους πόντους κάτι που συνεχίστηκε ως το τέλος της καριέρας του 11 χρόνια αργότερα. Επίσης, παρότι αναπληρωματικός ήταν τόσο καλός που ψηφίστηκε στην καλύτερη αμυντική πεντάδα του NBA, για πρώτη από 8 φορές στην καριέρα του. Στα πλέι οφς υπέφερε από σπασμούςστην πλάτη λόγω ενός τραυματισμού, όμως έπαιξε 17 αγώνες με 24 λεπτά μέσο όρο έχοντας 5.8 πόντους και 10.0 ριμπάουντ, κατεβάζοντας 19 στον 3ο τελικό και βοηθώντας τους Πίστονς στην κατάκτηση του τίτλου.
Δεύτερο πρωτάθλημα το 1989-90, με τον Ρόντμαν να καλύπτει το κενό του Ρίκι Μαχόρν, έχοντας 8.8 πόντους και 9.7 ριμπάουντ, ξεκινώντας βασικός στα τελευταία 43 ματς κανονικής περιόδου και πια έχοντας τον τίτλο του καλύτερου ίσως αμυντικού ρακέτας στο πρωτάθλημα. Κέρδισε τον τίτλου του Καλύτερου Αμυντικού της χρονιάς, σούταρε με 59.5% εντός παιδιάς, το υψηλότερο ποσοστό στη λίγκα, και βοήθησε τα μέγιστα στον 2ο συνεχόμενο τίτλο, παρά το διάστρεμμα από το οποίο υπέφερε στα πλέι οφς.
Το 1990-91 ο Ντένις Ρόντμαν έπαιξε για πρώτη φορά βασικός σε 77 από τα 82 ματς των Πίστονς, ξεκινώντας στα περισσότερα ως… σμολ φόργουορντ! Πλέον, ήταν ο πιο πλήρης αμυντικός του πρωταθλήματος, μπορώντας να μαρκάρει από τον πλέι μέικερ ως τον σέντερ της αντίπαλης ομάδας. Κέρδισε το 2ο βραβείο του Αμυντικού της χρονιάς και τελείωσε τη σεζόν με 8.2 πόντους και 12.5 ριμπάουντ ανά αγώνα. Πάντως, στα πλέι οφς οι Πίστονς αποκλείστηκαν με sweep από τους μετέπειτα πρωταθλητές Σικάγο Μπουλς.
Το 1991-92 σίγουρα αποτελεί χρονιά σταθμό για την καριέρα του Ντένις Ρόντμαν στο NBA. Το παιχνίδι του άλλαξε απίστευτα προς το καλύτερο, ο Ρόντμαν πήγε στα 18.7 ριμπάουντ ανά αγώνα, κέρδισε τον 1ο από τους 7 συνεχόμενους τίτλους πρώτου ριμπάουντ, μάζεψε 1.530 ριμπάουντ, τα περισσότερα που έχει μαζέψει παίκτης από το 1972 και μετά (1.572 ο Τσάμπερλεν το 1971-72) και τον Μάρτιο του 1992 έκανε ρεκόρ καριέρας με 34 ριμπάουντ. Όμως, οι Πίστονς είχαν αρχίσει να χάνουν τη ζωντάνια τους και αποκλείστηκαν στον πρώτο γύρο των πλέι οφς από τους Νικς.
Ο Τσακ Ντέιλι, πατρική φιγούρα για τον Ρόντμαν, παραιτήθηκε τον Μάιο του 1992, ο Ρόντμαν δεν… την πάλευε άλλο στους Πίστονς και δεν πήγε καν στο καμπ προετοιμασίας. Η χρονιά ήταν ακόμα χειρότερη, με την περίφημη σχεδόν αυτοκτονία του ύστερα από το διαζύγιό του, αυτοκτονία που του έφερε… την επιφοίτησηγια το ποιος και τι θέλει να είναι στη ζωή του. Περισσότερα για το θέμα αυτό θα πούμε στη συνέχεια του αφιερώματος. Πάντως, παρά τα πολλά προσωπικά προβλήματα, ο Ρόντμαν έκλεισε τη χρονιά και πάλι 1ος ριμπάουντερ του NBA με 18.3 μέσο όρο, αν και έπαιξε 62 αγώνες.
Το κεφάλαιο Πίστονς έμοιαζε να έχει κλείσει για τα καλά και ο Ρόντμαν απαίτησε μετεγγραφή, παρότι είχε ακόμα 3 χρόνια συμβολαίου και σχεδόν 12 εκατομμύριο δολάρια λαμβάνειν. Έτσι, την 1η Οκτώβρη του 1993 μετεγγράφηκε στους Σαν Αντόνιο Σπερς.
Το κεφάλαιο «Σπερς»
[youtube GLgx0lfAUhA]
Το 1993-94 ο Ρόντμαν πήγε στους Σπερς που είχαν χτιστεί γύρω από τον Ντέιβιντ Ρόμπινσον. Ο Ρόντμαν έπαιξε δίπλα του ως πάουερ φόργουορντ πλέον, κέρδισε τον 3ο συνεχόμενο τίτλο του 1ο ριμπάουντερ της λίγκας με 17.3, αλλά είχε 4.7 πόντους, το χαμηλότερο μέσο όρο ως τότε στην καριέρα του. Βέβαια, ξανά ψηφίστηκε στη δεύτερη καλύτερη αμυντική πεντάδα της χρονιάς και παράλληλα άρχισε να… βγαίνει από το καβούκι του.
Κατά τη διάρκεια της σεζόν ξύρισε το κεφάλι του και μετά το έβαψεξανθό, ύστερα κόκκινο, μοβ, μπλε και… Demolition Man style. Χτύπησε με κουτουλιά τον Στέισι Κινγκ και τον Τζον Στόκτον, αρνήθηκε να βγει από το παρκέ μετά από αποβολή και βεβαίως απασχόλησε τα μέσα με τον δίμηνο δεσμό του με τη Μαντόνα. Ο Ρόντμαν που όλοι ξέρουμε είχε γεννηθεί!
Στην ομάδα έκανε παρέα μόνο με τον Τζακ Χάλεϊ, ο οποίος ήταν ο μόνος που δεν τον κατέκρινε ύστερα από μια βόλτα σε… γκέι μπαρ. Οι Σπερς έκαναν 55 νίκες στην κανονική περίοδο, αλλά πήγαν άπατοι στα πλέι οφς και αποκλείστηκαν σε 4 αγώνες από τους Τζαζ στον πρώτο γύρο.
Το 1994-95 φαινόταν από νωρίς ότι θα είναι η τελευταία χρονιά του Ρόντμαν στους Σπερς, καθώς η κόντρα του με τη διοίκηση της ομάδας ήταν σφοδρή. Τιμωρήθηκε για τα πρώτα 3 παιχνίδια, πήρε άδεια στη συνέχεια, ξανατιμωρήθηκε και ουσιαστικά εντάχθηκε στην ομάδα μετά τις 10 Δεκέμβρη, έχοντας χάσει 19 αγώνες ως τότε. Αλλά και ύστερα από αυτό η χρονιά είχε λακκούβες. Το ατύχημα με τη μηχανή του που του κόστισε μια εξάρθρωση ώμου τον ανάγκασε ναπαίξει μόλις σε 49 αγώνες.
Με τόσα λίγα ματς δεν θα έπρεπε να είναι σε καμία στατιστική κατηγορία, αλλά ο τρομερός μέσος όρος των16.8 ριμπάουντ ανά αγώνα τον έκανε να περάσει το κατώτατο όριο των 800 (μάζεψε 823) και να βγει ξανά, για 4η συνεχόμενη χρονιά, 1ος ριμπάουντερ της λίγκας. Μάλιστα, ψηφίστηκε στην Καλύτερη Αμυντική πεντάδα και πάλι, αλλά και στην 3η καλύτερη πεντάδα του NBA.
Οι Σπερς στα πλέι οφς βρήκαν μπροστά τους το «Όνειρο» με τον Ολάζουον να διδάσκει τον MVP εκείνης της κανονικής περιόδου, Ντέιβιντ Ρόμπινσον, αλλά και τον Ρόντμαν τι εστί… βερίκοκο. Ο Ολάζουον είχε 35.3 πόντους μέσο όρο στη σειρά απέναντι σε Ρόμπινσον και Ρόντμαν (αμφότεροι μέλη της καλύτερης αμυντικής πεντάδας της χρονιάς) και οι Ρόκετς κέρδιαν με 4-2 τη σειρά.
Η τρομερή κόντρα που είχε με τον Ντέιβιντ Ρόμπινσον, για την οποία θα πούμε περισσότερα στη συνέχεια του αφιερώματος, ήταν ουσιαστικά η αφορμή που ήθελαν οι Σπερς για να τον ξαποστείλουν, αλλά και η απάντηση στις… προσευχές του Φιλ Τζάκσον και των Σικάγο Μπουλς, στο δρόμο για την καλύτερη ομάδα όλων των εποχών. Την καριέρα του στους Μπουλς θα τη συζητήσουμε στο επόμενο μέρος του αφιερώματος.
Ο «πολύχρωμος» Ντένις Ρόντμαν – Μέρος III: οι Μπουλς και το τέλος του στο NBA
Το Age of Basketball σας ταξιδεύει στον κόσμο του Ντένις Ρόντμαν, σε ένα τεράστιο αφιέρωμα στη ζωή και την καριέρα του ταλαντούχου ιδιόρρυθμου παίκτη. Προσδεθείτε και ετοιμαστείτε για ένα ταξίδι γεμάτο χρώματα, όπως μόνο το «Σκουλήκι» ξέρει να διαλέγει.
Προς τέρψη του Φιλ Τζάκσον, το καλοκαίρι του 1995 ο Ντένις Ρόντμαν δέχτηκε να μεταπηδήσει στους Μπουλς. Οι Σπερς τον είχαν «τελειωμένο», ο Τζάκσον τον έπεισε και ο Ρόντμαν πήγε στο Σικάγο με αντάλλαγμα τον Ουίλ Περντιού και χρήματα. Βασικός στόχος των Μπουλς να καλύψουν το κενό του Χόρας Γκραντ, που έφυγε το 1994 από την ομάδα. Βασικός στόχος του Ρόντμαν να φύγει από την “αρρώστεια” των Σπερς, όπου πίστευε ότι τον κορόιδευαν και τον χρησιμοποιούσαν σαν προϊόν και μόνο και όχι ως παίκτη και άνθρωπο.
Ήδη 34 χρονών ο Ρόντμαν, μια μετεγγραφή ρίσκο και ως προς την ηλικία, αλλά και ως προς τη συμπεριφορά στο γήπεδο. Ο Φιλ Τζάκσον έκανε την πανέξυπνη κίνηση να αποκτήσει και τον Τζακ Χάλεϊ μαζί με τον Ρόντμαν, μοναδικό του φίλο από τους Σπερς, ενώ Τζόρνταν και Πίπεν δέχτηκαν το «Σκουλήκι» με ανοιχτές αγκάλες. Μπορεί οι Μπουλς να κρέμονταν σε λεπτές ισορροπίες, αλλά όντως οι ισορροπίες έμοιαζαν τέλειες.
[youtube JVMe3fqEEPw]
Οι δυο αστέρες ήξεραν ότι στο παρκέ ο Ρόντμαν τους προστάτευε από τα πάντα, ενώ εκείνοι, δασκαλεμένοι από τον Τζάκσον, ήτανπάντα εκεί για να προστατεύσουν τον Ρόντμαν από τον εκρηκτικό εαυτό του. Ξεκίνησε βασικός σε 57 από τα 64 παιχνίδια του 1995-96, είχε 5.5 πόντους και 14.9 ριμπάουντ, για να πάρει τον 5ο συνεχόμενο τίτλο 1ου ριμπάουντερ στη λίγκα και να βοηθήσει τους Μπουλς να γίνουν η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών με το αδιανόητο ρεκόρ του 72-10.
«Μέσα στο παρκέ εγώ και ο Μάικλ είμαστε αρκετά ήρεμοι και μπορούμε να συζητάμε. Αλλά όσον αφορά στις ζωές μας αυτός πηγαίνει προς τη μία κατεύθυνση κι εγώ προς την άλλη. Εννοώ, αυτός πηγαίνει βόρεια κι εγώ νότια. Και μετά έχεις τον Σκότι Πίπεν ακριβώς στη μέση. Είναι ο ισορροπιστής μας», έχει πει ο Ρόντμαν για τη συνεργασία του με το θρυλικό δίδυμο του Σικάγο.
Έχασε αρκετά ματς στην αρχή της χρονιάς λόγω ενός προβλήματοςτραυματισμού στη γάμπα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε από το να κατεβάσει περισσότερα από 20 ριμπάουντ σε 11 αγώνες, ενώ στις 16 Ιανουαρίου του 1996 έκανε και το πρώτο του triple-double στην καριέρα του με 10 πόντους, 21 ριμπάουντ και 10 ασίστ. Εκείνη τη χρονιά οι Μπουλς δεν είχαν αντίπαλο. Τζόρνταν, Πίπεν και Ρόντμαν επιλέχτηκαν στην Καλύτερη Αμυντική πεντάδα, για πρώτη φορά στην ιστορία του NBA τρεις παίκτες από την ίδια ομάδα βρίσκονταν εκεί. Βέβαια, δεν έλειψαν και οι άσχημες στιγμές, όπως η κουτουλιάτου Ρόντμαν στον διαιτητή Τεντ Μπέρνχαρντ, που του κόστισε 6 παιχνίδια αποκλεισμό και 20.000 δολάρια πρόστιμο, τιμωρία που κατακρίθηκε ως πολύ απαλή.
Στους τελικούς του NBA ο Ρόντμαν έκανε ένα ακόμα ρεκόρ. Στο 2ο ματς με τους Σιάτλ Σουπερσόνις πήρε 20 ριμπάουντ, ανάμεσά τους 11 επιθετικά, ενώ στο 6ο πήρε 19 ριμπάουντ, με 11 ξανά επιθετικά, ενώ έβαλε και 5 πόντους σε ένα 12-2 των Μπουλς που έκρινε το ματς, βγάζοντας τον Κεμπ εκτός αγώνα. Μετά τους τελικούς ο Τζορτζ Καρλ είπε: «Εκτιμώντας τη σειρά ο Ντένις Ρόντμαν κέρδισε δύο αγώνες. Μπορέσαμε να τον ελέγξουμε σε 4 ματς, αλλά στο 2ο και το αποψινό ήταν ο λόγοςπ ου κέρδισαν». Τα 11 επιθετικά που κατέβασε δύο φορές ο Ρόντμαν είναι ως και σήμερα ρεκόρ στους τελικούς του NBA, το οποίο μοιράζεται με τον Έλβιν Χέιζ. Πολλοί ήταν εκείνοι, μάλιστα, που είπαν ότι ο Ρόντμαν ήταν ο πραγματικός MVP εκείνων των τελικών…
Εξίσου καλός και τη σεζόν 1996-97 ο Ρόντμαν, με 16.7 ριμπάουντ ανά αγώνα πήρε τον 6ο του συνεχόμενο τίτλο 1ου ριμπάουντερ στο NBA, αλλά η πιο «διάσημη» στιγμή της σεζόν ήταν το περιστατικό με τον καμεραμάν Γιουτζίν Έιμος. Σε ματς κόντρα στους Τίμπεργουλβς στις 15 Ιανουαρίου 1997, ο Ρόντμαν σκόνταψε πάνω στον Έιμος και έπεσε στο παρκέ, για να τον κλοτσήσει μετά στη βουβωνική χώρα. Για την ενέργειά του αυτή τιμωρήθηκε με 11 παιχνίδια αποκλεισμό από τη λίγκα, ενώ αναγκάστηκε να πληρώσει200.000 δολάρια αποζημίωση στον Έιμος.
Στην σεζόν είχε και κάποια προβλήματα με τα γόνατά του, που του κόστισαν 13 παιχνίδια, ενώ στα πλέι οφς αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα απέναντι στον Καρλ Μαλόουν. Παρόλα αυτά κέρδισε τον 2ο τίτλο του με τους Σικάγο Μπουλς και αποφάσισε να ασχοληθεί… με το wrestling.
Μαζί με τον φίλο του Χαλκ Χόγκαν έπαιξε στο WCW, χάνοντας σε ομαδικό ματς από τους Λεξ Λούγκερ και The Giant. Οι Μπουλς δεν είχαν… ξετρελαθεί με την απόφαση αυτή του Ρόντμαν, αλλά με τον Τζάκσον στη μέση, είχε ξεκάθαρα βρεθεί ισορροπία στις σχέσεις των δύο πλευρών.
Το 1997-98 ο Ρόντμαν ήταν ήδη 37 ετών, αλλά μπόρεσε να πάρει τον 7ο συνεχόμενο τίτλο 1ου ριμπάουντερ, με 15.0 ανά αγώνα. Ξανά πήρε πάνω από 20 ριμπάουντ 11 φορές, ενώ κατέβασε 29 σκουπίδια εναντίον των Χοκς και 25 με 15 επιθετικά εναντίον των Κλίπερς.
Η ομάδα εκείνη των Μπουλς ήταν ομάδα φαινόμενο στην ιστορία του NBA, καθώς ο Τζόρνταν ήταν 35, ο Ρόντμαν 37 και ο Πίπεν 33 στα πλέι οφς. Όμως, και πάλι οι Μπουλς πήραν τον τίτλο, παρά τη γερασμένη ομάδα τους. Όχι βέβαια χωρίς συγκινήσεις. Μετά από τρία πολύ καλά παιχνίδια στους τελικούς στα οποία ο Ρόντμαν έκλεισε τον Μαλόουν, το «Σκουλήκι» αποφάσισε να… πάει για wrestling πριν τον 4ο τελικό με τον Χαλκ Χόγκαν, αφήνοντας την ομάδα στα κρύα του λουτρού μη πηγαίνοντας στην προπόνηση μετά το αδιανόητο 96-54 των Μπουλς.
[youtube HN2ffgG9ANM]

Οι Μπουλς τον τιμώρησαν με 20.000 δολάρια, αλλά από τον αγώνα με τον Χόγκαν έβγαλε πάνω από 200.000 δολάρια. Πεισμωμένος, κατάφερε να περιορίσει τον Μαλόουν και στον 4ο τελικό, βουλώνοντας στόματα, σκοράροντας και 2 βολές στο τέλος, που ουσιαστικά έκριναν το ματς.
Ο Μαλόουν στα 4 πρώτα ματς είχε 20.0 πόντους μέσο όρο με 32/73 σουτ εντός παιδιάς, την ώρα που στη σεζόν είχε πάνω από 27.0 πόντους μέσο όρο με 53% εντός παιδιάς. Ο Μαλόουν μπόρεσε να σκοράρει 39 πόντους στον 5ο τελικό, οι Τζαζ μείωσαν σε 3-2, αλλά η συνέχεια είναι γνωστή με τον Τζόρνταν να σκοράρει πάνω από τον ξαπλωμένο στο παρκέ Μπράιον Ράσελ για το 3ο συνεχόμενο δαχτυλίδι και το 5ο συνολικά του Ρόντμαν.
Μετά τους τελικούς ο Ρόντμαν μαζί με τον Χαλκ Χόγκαν αγωνίστηκαν στο wrestling με τους Καρλ Μαλόουνκαι Diamond Dallas Page σε έναν αγώνα που οι δύο αστέρες μονομάχησαν για 23 λεπτά και οι δημοσιογράφοι δεν σταμάτησαν το… δούλεμα για πολύ καιρό.
Κάπου εκεί βγήκε και το Bas As I Wanna Be,
η αυτοβιογραφία του Ρόντμαν, που έμεινε 10 εβδομάδες στη λίστα με τα best-seller των New York Times και θεωρείται ως σήμερα μια από τις καλύτερες αυτοβιογραφίες που έχουν γραφτεί ποτέ: «αληθινή», χωρίς ωραιοποιήσεις και απίστευτα ενδιαφέρουσα. Ο Ρόντμαν έκανε τότε την περίφημη εμφάνιση με νυφικό για να την προωθήσει.
Λέικερς, Μάβερικς και τέλος
[youtube TrX8Q2fJ2Yg]
Οι Μπουλς… αυτοκαταστράφηκαν μετά το τέλος εκείνης της περιόδου, αφού ο Τζέρι Κράουζε αποφάσισε να ξαναχτίσει την ομάδα από την αρχή επειδή ο Τζόρνταν αποσύρθηκε. Φιλ Τζάκσον, Τζόρνταν, Πίπεν, Κερ έφυγαν, οι Μπουλς έκαναν 10 χρόνια να συνέλθουν, ενώ και ο Ρόντμαν δεν έμεινε πολύ. Το λοκ άουτ τον βρήκε στο Σικάγο, αλλά στις 21 Ιανουαρίου 1999 μεταπήδησε στους Λος Άντζελες Λέικερς πριν την αρχή της κουτσουρεμένης σεζόν.
Εκεί έπαιξε 23 παιχνίδι πριν αφεθεί ελεύθερος, αφού δεν έδειχνε να αντέχει ή να αντέχεται από την ομάδα. Παρόλα αυτά πρόλαβε να έχει 11.2 ριμπάουντ μέσο όρο στα 23 αυτά παιχνίδια. Η τελευταία του χρονιά στο NBA ήταν το 1999-2000 όταν και έπαιξε 12 ματς για τους Ντάλας Μάβερικς.
Ο ίδιος είχε πει ότι δεν έπρεπε ποτέ να γυρίσει στο Ντάλας, όπου και μεγάλωσε, αλλά το έκανε το… λάθος. Παρότι είχε 14.3 ριμπάουντ ανά αγώνα, εμφανιζόταν αδιάφορος εκτός παρκέ, αποβλήθηκε σε δύο ματς,μάλωνε με όλους στην ομάδα και τελικά αποδεσμεύτηκε λόγω έλλειψης κινήτρου.
Πάντως, σίγουρα αποτελεί ένα μικρό αλλά ξεκάθαρο δείγμα των απίστευτων αθλητικών ικανοτήτων του Ρόντμαν το γεγονός ότι στα 38 του μπορούσε να παίζει 32,4 λεπτά ανά αγώνα και να κατεβάζει 14.3 ριμπάουντ, αριθμοί που άλλοι παίκτες δεν διανοούνται ούτε όταν είναι 5-10 χρόνια μικρότεροι του 38χρονου τότε Ρόντμαν.
Μετά το NBA
Μετά το NBA ο Ρόντμαν παράτησε το μπάσκετ και αφοσιώθηκε στην καριέρα του ως ηθοποιού και στοwrestling. Όμως, δεν προχώρησε σε ανώτερο επίπεδο στο wrestling, αλλά προτίμησε να γίνει πρόεδρος της Λίγκας Αμερικάνικου Ποδοσφαίρου με Εσώρουχα το 2005.
Το σαράκι του μπάσκετ τον έτρωγε πάντα, οπότε το 2003-04 έπαιξε στο νέο ABA ελπίζοντας κάποια ομάδα του NBA να τον καλέσει. Το ίδιο έκανε και το 2004-05 αλλά και το 2005-06. Ποτέ δεν έπαιξε ξανά στο NBA, αλλά το 2006 έπαιξε τρία ματς στους Μπράιτον Μπέαρς της Βρετανίας. Την άνοιξη του 2006 έπαιξε μαζί με άλλους παλιούς αστέρες του NBA (Ντάριλ Ντόκινς, Κέβιν Ουίλις, Κάλβιν Μέρφι, Άλεξ Ίνγκλις) στις Φιλιππίνες, έχοντας 5 πόντους και 18 ριμπάουντ και 3 πόντους και 16 ριμπάουντ στα δύο ματς επίδειξης εκεί (με ομάδα παλιών αστέρων της χώρας και την εθνική).
Το 2005 είχε παίξει και ένα ματς με τον Τόρπαν Πόγιατ της Φινλανδίας, ενώ τότε δημοσίευσε και τη δεύτερη αυτοβιογραφία του, το «I should be dead by now» την οποία προώθησε φωτογραφιζόμενος μέσα σε φέρετρο.
Στα επόμενα μέρη του αφιερώματος θα δούμε τα απίστευτα στατιστικά κατορθώματα του Ντένις Ρόντμαν, αλλά και θα γνωρίσουμε τις πιο πικάντικες πτυχές της ζωής του μέσα από τα δικά του λόγια.
Ο «πολύχρωμος» Ντένις Ρόντμαν – Μέρος IV: Ο μάγος των ριμπάουντ με αριθμούς
Το Age of Basketball σας ταξιδεύει στον κόσμο του Ντένις Ρόντμαν, σε ένα τεράστιο αφιέρωμα στη ζωή και την καριέρα του ταλαντούχου ιδιόρρυθμου παίκτη. Προσδεθείτε και ετοιμαστείτε για ένα ταξίδι γεμάτο χρώματα, όπως μόνο το «Σκουλήκι» ξέρει να διαλέγει.
Μιλώντας για την καριέρα του Ντένις Ρόντμαν και πριν φτάσουμε στα όσα έχει πει (ή γράψει στα βιβλία του) κατά καιρούς, γίνεται ξεκάθαρο ότι το «Σκουλήκι» είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παίκτες στην ιστορία. Ο ίδιος έχει πει ότι θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο ριμπάουντερ στην ιστορία του μπάσκετ, καλύτερο και από τον Τσάμπερλεν, ο οποίος τελείωσε 12 συνεχόμενες χρονιές της καριέρας του με μέσο όρο ριμπάουντ πάνω από 20.0.
Μπορεί η άποψη του Ρόντμαν να φαντάζει αιρετική, αλλά με μια δεύτερη ματιά ίσως και να μη φαίνεται τόσο παράλογη. Είναι αλήθεια ότι ο Τσάμπερλεν ήταν αρκετά ψηλότερος από τους περισσότερους αντιπάλους του όταν έπαιζε, ενώ ο Ρόντμαν αρκετά κοντύτερος από τους πιο πολλούς παίκτες ρακέτας, ενώ είναι επίσης αλήθεια ότι το συνολικό ποσοστό ευστοχίας στη λίγκα ήταν περίπου 15% χαμηλότερο την εποχή που έπαιζε ο Τσάμπερλεν από την εποχή που έπαιζε ο Ρόντμαν, οπότε υπήρχαν περισσότερες ευκαιρίες για ριμπάουντ.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Ρόντμαν έφερε επανάσταση στον τομέα των ριμπάουντ. Είναι ο μόνος παίκτης στην ιστορία που έχει υψηλότερο μέσο όρο ριμπάουντ απ’ ότι πόντων σε 12 από τις 14 χρονιές του στη λίγκα. Είναι ο μόνος παίκτης που ασχολιόταν τόσο «φανατικά» με αυτόν τον τομέα του παιχνιδιού, ο μόνος που έχει επηρεάσει τόσο πολύ το άθλημα του μπάσκετ χωρίς καν να ενδιαφέρεται να σουτάρει.
Μοναδικό φαινόμενο και η παρακάτω… αριθμολαγνεία αρκεί για να πειστεί και ο πλέον δύσπιστος. Μην κρατήσετε την ανάσα σας όσο διαβάζετε τα ρεκόρ του Ρόντμαν, γιατί θα πάρει κάμποση ώρα… Απλώςαπολαύστε τα απαράμιλλα κατορθώματά του:
Ο Ντένις Ρόντμαν είναι ο μόνος παίκτης στην ιστορία του μπάσκετ που έχει αναδειχτεί 1ος ριμπάουντερ του πρωταθλήματος για 7 συνεχόμενες περιόδους, από το 1992 ως το 1998, ενώ μια χρονιά (1988-89) ήταν πιο εύστοχος παίκτης στο πρωτάθλημα με 59.5%.
Έχει αναδειχτεί 5 φορές πρωταθλητής NBA (ο 1ος παίκτης στην ιστορία που το κατάφερε με 2 διαφορετικές ομάδες), 2 φορέςΚαλύτερος Αμυντικός της Χρονιάς (1990, 1991), 7 φορές στηνΚαλύτερη Αμυντική Πεντάδα (1989-93, 1995, 1996), 1 φορά στηΔεύτερη Καλύτερη Αμυντική Πεντάδα (1994), 2 φορές στην Τρίτη Καλύτερη Πεντάδα (1992, 1995), ενώ συμμετείχε 2 φορές σε all-star game (1990, 1992).
Το 1991-92 πήρε τουλάχιστον 20 ριμπάουντ σε 39 από τους 80 αγώνες που ξεκίνησε βασικός και τουλάχιστον 10 ριμπάουντ σε 77από τους 80. Τις 7 χρονιές που βγήκε 1ος ριμπάουντερ της λίγκας είχε και τις 7 τα περισσότερα ματς με τουλάχιστον 20 ριμπάουντ από όλους τους άλλους παίκτες στο NBA.
Στις 10 καλύτερες βραδιές της καριέρας του στα ριμπάουντ, η εκάστοτε ομάδα του κέρδισε και τις 10 φορές. Ρεκόρ του τα 34 ριμπάουντ στις 4 Μαρτίου του 1992 εναντίον των Ιντιάνα Πέισερς, οι οποίοι πήραν 38 ριμπάουντ στο ματς (όλη η ομάδα, όχι ένας παίκτης)!
Πέντε φορές στην καριέρα του πήρε πάνω από 30 ριμπάουντ, ενώ υπάρχει αγώνας που πήρε 27 ριμπάουντ και ολόκληρη η αντίπαλη ομάδα πήρε 29, με τον Ρόντμαν να έχει 18 αμυντικά και ολόκληρη η αντίπαλη ομάδα 17 (οι Τίμπεργουλβς του 1991-92).
Σε 167 ματς της καριέρας του έχει πάρει τουλάχιστον 20 ριμπάουντ, ενώ σε 713 από τα 911 έχει πάρει τουλάχιστον 10. Αυτό το νούμερο από το 1990-91 και ως το 1997-98 (δηλαδή απ’ όταν άρχισε να παίζει βασικός ως και το τέλος των Μπουλς) είναι 493 αγώνες με τουλάχιστον 10 ριμπάουντ από τους 553 που συνολικά έπαιξε!
Ρεκόρ στην ιστορία των ομάδων που έπαιξε
Κατέχει 32 διαφορετικά ρεκόρ στα ριμπάουντ στην ιστορία των 3 πρώτων ομάδων που έπαιξε στο NBA.
Έχει τα ρεκόρ στην ιστορία των Πίστονς για ριμπάουντ σε μια σεζόν (1.530), μέσο όρο ριμπάουντ σε μια σεζόν (18.7), ριμπάουντ σε έναν αγώνα (34), ριμπάουντ σε ένα ημίχρονο (21), μέσο όρο επιθετικών ριμπάουντ (4.4), σύνολο επιθετικών ριμπάουντ σε μια σεζόν (523), μέσο όρο επιθετικών ριμπάουντ σε μια σεζόν (6.4), επιθετικά ριμπάουντ σε ένα παιχνίδι (18), επιθετικά ριμπάουντ σε ημίχρονο (11), αμυντικά ριμπάουντ σε μια σεζόν (1.007), μέσο όρο αμυντικών ριμπάουντ σε μια σεζόν (12.34), αμυντικά ριμπάουντ σε έναν αγώνα (22).
Έχει τα ρεκόρ στην ιστορία των Σπερς σε ριμπάουντ σε μια σεζόν (1.367), μέσο όρο ριμπάουντ σε μια σεζόν (17.3), ριμπάουντ σε έναν αγώνα (32), ριμπάουντ σε ένα ημίχρονο (20), ριμπάουντ σε ένα δωδεκάλεπτο (15), επιθετικά ριμπάουντ σε μια σεζόν (453), μέσο όρο επιθετικών ριμπάουντ σε μια σεζόν (5.3), επιθετικά ριμπάουντ σε ένα ημίχρονο (10), αμυντικά ριμπάουντ σε μια σεζόν (914), μέσο όρο αμυντικών ριμπάουντ σε μια σεζόν (11.6), αμυντικά ριμπάουντ σε ένα παιχνίδι (23) και αμυντικά ριμπάουντ σε ένα ημίχρονο (13).
Έχει τα ρεκόρ στην ιστορία των Μπουλς σε ριμπάουντ σε μια σεζόν (1.201), μέσο όρο ριμπάουντ σε μια σεζόν (16.1), ριμπάουντ σε ένα δωδεκάλεπτο (14), ριμπάουντ σε παράταση (5), επιθετικά ριμπάουντ σε μια σεζόν (421), επιθετικά ριμπάουντ σε ένα ημίχρονο (10), επιθετικά ριμπάουντ σε παράταση (3), αμυντικά ριμπάουντ σε μια σεζόν (780).
Τέλος, έχει 44 διαφορετικά ρεκόρ στην ιστορία 13 διαφορετικών ομάδων του NBA (Χοκς, Μαβς, Νάγκετς, Ρόκετς, Πέισερς, Χιτ, Τίμπεργουλβς, Χόρνετς, Μάτζικ, Κινγκς, Τζαζ, Ουίζαρντς) ως αντίπαλος, που όλα αφορούν τα ριμπάουντ.
Ο καλύτερος όλων των εποχών;
Έχει το ρεκόρ NBA για επιθετικά ριμπάουντ σε πλέι οφς και τελικούς (μαζί με τον Έλβιν Χέιζ) με 11 και επιθετικά ριμπάουντ σε ένα ημίχρονο (7) και ένα δωδεκάλεπτο (7). Το έκανε στις 7 Ιουνίου 1996 με τους Μπουλς εναντίον των Σουπερσόνικς.
Είναι ο μοναδικός παίκτης που έχει πάρει 7 συνεχόμενους τίτλους πρώτου ριμπάουντερ στο NBA.
Είναι ο γηραιότερος παίκτης που έχει κερδίσει ποτέ τίτλο πρώτου ριμπάουντερ στη λίγκα, καθώς ήταν 36 ετών και 341 ημερών στις 19 Απριλίου 1998 που πήρε τον τελευταίο του τίτλο.
Έχει το καλύτερο rebound rate καριέρας στην ιστορία του NBA με 23.4% (το rebound rate υπολογίζει το ποσοστό των ριμπάουντ που παίρνει ένας παίκτης ανάλογα με τα λεπτά που παίζει και το σύνολο των ριμπάουντ που έχουν παρθεί από τις δύο ομάδες στο διάστημα αυτό και υπάρχει ως στατιστικό στο NBA από το 1970-71).
Έχει το καλύτερο rebound rate στην ιστορία του NBA για μια σεζόνμε 29.7% το 1994-95. Είναι ο μόνος παίκτης στην ιστορία του NBA που επί 8 (συνεχόμενες) σεζόν είχε το καλύτερο rebound rate στο πρωτάθλημα. Κανείς άλλος δεν το έχει κάνει 8 χρονιές, πόσο μάλλον συνεχόμενες.
Είναι ένας από τους 6 παίκτες στην ιστορία του NBA που έχει περισσότερες από μία σεζόν με τουλάχιστον 18 ριμπάουντ μέσο όρο (Τσάμπερλεν, Ράσελ, Λούκας, Πέτιτ και Θέρμοντ οι άλλοι).
Είναι ένας από τους 2 παίκτες στην ιστορία του NBA που έχει τουλάχιστον 500 επιθετικά ριμπάουντ σε μια σεζόν (523 το 1991-92, ο άλλος ο Μόουζες Μαλόουν).
Είναι ένας από τους 3 παίκτες στην ιστορία του NBA που έχουν περισσότερα από 400 επιθετικά ριμπάουντ σε περισσότερες από μία σεζόν (3 φορές, οι άλλοι ο Μ. Μαλόουν και ο Λάρι Σμιθ).
Είναι ένας από τους 3 παίκτες στην ιστορία του NBA που έχει ξεπεράσει τα 1.000 αμυντικά ριμπάουντ σε μια σεζόν (1.007 το 1991-92, οι άλλοι ο Έλβιν Χέιζ και ο Καρίμ Αμπντούλ-Τζαμπάρ).
Είναι 2ος στην ιστορία του NBA σε σύνολο σεζόν που βγήκε 1ος ριμπάουντερ, 1ος επιθετικός ριμπάουντ, σε συνεχόμενες σεζόν που βγήκε 1ος επιθετικός ριμπάουντ και σε ποσοστό καριέρας επιθετικών ριμπάουντ ανά παιχνίδι (4.8).
Ο καλύτερος από το 1973, «περίπατος» από το 1984 και μετά
Έχει τον καλύτερο μέσο όρο καριέρας στα ριμπάουντ από κάθε άλλο παίκτη από το 1973 και μετά (13.1) και μάλιστα κατά τη διάρκεια της καριέρας του έπαιζε ξεκάθαρα λιγότερο από όλους κοντινούς του στη λίστα (μόλις 31.7 λεπτά ανά αγώνα).
Έχει τις 2 πρώτες σεζόν με τον υψηλότερο μέσο όρο στα ριμπάουντ από το 1973 και μετά (1991-92 με 18.7 και 1992-93 με 18.3), ενώ δικές του είναι οι 5 από τις καλύτερες 8 επιδόσεις σεζόν. Μάλιστα, κοιτώντας τη λίστα με τις καλύτερες σεζόν σε ριμπάουντ από το 1979 και μετά, ο Ρόντμαν έχει τις 5 πρώτες επιδόσεις!
Έχει τον υψηλότερο μέσο όρο καριέρας στα ριμπάουντ από κάθε άλλον από το 1973 και μετά, αλλά και τον υψηλότερο μέσο όρο ριμπάουντ σε μια σεζόν από το 1972 και μετά.
Έχει το ρεκόρ NBA για περισσότερα ριμπάουντ από παίκτη που δεν ξεκίνησε βασικός (25), και για περισσότερα επιθετικά ριμπάουντ από παίκτη που δεν ξεκίνησε βασικός (14). Το στατιστικό ισχύει από το 1980-81, αλλά πιθανότατα είναι αληθινό για όλη την ιστορία του NBA.
Είναι ο μοναδικός παίκτης από το 1973 και μετά που έχει ξεπεράσει τα 1.500 ριμπάουντ σε μια σεζόν (1.530 το 1991-92) και ένας από τους 5 στην ιστορία της λίγκας που το έχουν καταφέρει (Τσάμπερλεν, Ράσελ, Λούκας και Πέτιτ οι άλλοι 4).
Είναι ο μοναδικός παίκτης από τη σεζόν 1973-74 που έχει κατεβάσει 30 ή περισσότερα ριμπάουντ σε 5 αγώνες (κανείς άλλος πάνω από 3).
Έχει τα περισσότερα παιχνίδια στην καριέρα του με τουλάχιστον 25 ριμπάουντ σε όλο το NBA από το 1984-85. Το κατάφερε 33 φορές, κανείς άλλος δεν το έχει κάνει πάνω από 6.
Έχει τα περισσότερα παιχνίδια σε μια σεζόν με τουλάχιστον 25 ριμπάουντ από το 1984-85 με 12, ενώ στη συγκεκριμένη λίστα είναι επίσης… 2ος, 3ος, 4ος και 5ος.
Έχει στην καριέρα του 167 αγώνες με τουλάχιστον 20 ριμπάουντ. Κανείς άλλος δεν το έχει κάνει από το 1984-85, δεύτερος στη λίστα είναι ο Μπάρκλεϊ με 56.
Έχει 39 αγώνες με τουλάχιστον 20 ριμπάουντ σε μια σεζόν. Κανείς άλλος δεν το έχει κάνει από το 1984-85, ενώ ο Ρόντμαν κατέχει τις καλύτερες 4 επιδόσεις στον τομέα αυτόν.
Πρωτιά και στη λίστα με τα περισσότερα παιχνίδια με τουλάχιστον 15 ριμπάουντ από το 1984-85, αφού έχει 410 και ο δεύτερος στη λίστα είναι ο Σακίλ Ο’ Νιλ με 294.
Πρωτιά και στη λίστα με τα περισσότερα παιχνίδια σε μια σεζόν με τουλάχιστον 15 ριμπάουντ από το 1984-85, έχοντας 66.
Από το 1984-85 κανείς άλλος δεν έχει 77 παιχνίδια σε μια σεζόν με τουλάχιστον 10 ριμπάουντ, όσα είχε ο Ρόντμαν το 1991-92.
Δύο φορές στην καριέρα του, μια με τους Πίστονς και μια με τους Σπερς έχει 7 συνεχόμενα παιχνίδια με τουλάχιστον 20 ριμπάουντ, κάτι που κανείς δεν έχει καταφέρει ούτε μια φορά από το 1984-85.
Είναι ο παίκτης από το 1984-85 με τα περισσότερα συνεχόμενα παιχνίδια με τουλάχιστον 15 ριμπάουντ, 24 συνεχόμενοι αγώνες.
Μετά από αυτόν τον αριθμητικό χείμαρρο, υπάρχει κανείς που ακόμη αμφισβητεί το μεγαλείο του Ντένις Ρόντμαν; Το μόνο που μένει είναι να τον απολαύσουμε μέσα από τα δικά του λόγια. Προσδεθείτε, λοιπόν, για το επόμενο μέρος του αφιερώματος, που είναι και το πλέον… διασκεδαστικό, καθώς το «Σκουλήκι» τα δίνει όλα!
Ο «πολύχρωμος» Ντένις Ρόντμαν – Μέρος V: «Ο κανένας από το πουθενά»
Συνεχίζουμε το αφιέρωμα στον Ντένις Ρόντμαν με ατάκες που έχει κατά καιρούς πει ή έχει γράψει στα βιβλία του. Λόγω της πολύ μεγάλης έκτασης, το κομμάτι το χωρίσαμε σε δύο άρθρα, με το πρώτο να παρουσιάζεται σήμερα και το δεύτερο αύριο. Το «Σκουλήκι», προσωνύμιο που απέκτησε ο Ρόντμαν στην παιδική του ηλικία, από τον τρόπο που κύρτωνε το σώμα του όταν έπαιζε ηλεκτρονικά, είναι απολαυστικό και στα δύο κομμάτια…
Ο Ρόντμαν αναφέρει τον Απρίλη του 1993 ως το σημείο αλλαγής στη ζωή του: «Κάθισα στο φορτηγάκι μου μεμια καραμπίνα στα γόνατά μου, προσπαθώντας να αποφασίσω αν πρέπει να αυτοκτονήσω. […] Κοιτάζοντας την ατελείωτη άσφαλτο και το τεράστιο άδειο κτίριο (σ.σ. το γήπεδο των Πίστονς) ανακάλυψα ότι ήμουν έτοιμος να την μπουμπουνίσω προκειμένου να αποφύγω να γίνω αυτό που γινόμουν. Η ζωή μου […] κατέρρεε και με πλάκωνε επειδή δεν μπορούσα να συνεχίσω να είμαι αυτός που ήθελαν όλοι να είμαι. […] Ήμουν μόνος, αδερφέ μου, ολομόναχος» αλλά τελικά αποφάσισε: «να μην προδώσω τον εαυτό μου» και «πυροβόλησα τον απατεώνα. Σκότωσα τον Ντένις Ρόντμαν που είχε προσπαθήσει να συμμορφωθεί με αυτό που περίμεναν οι άλλοι από αυτόν».Ο ίδιος λέει ότι «Χάρη σ’ εκείνη τη νύχτα ο Ντένις Ρόντμαν που βλέπετε είναι το πρωτότυπο, είναι αυτός που έπρεπε να βλέπατε εξαρχής».
«Ήξερα ότι αν δεν έπαιζα μπάσκετ θα ήμουν ένας ακόμα αράπης. […] Όταν ήμουν είκοσι, αυτοί οι άνθρωποι θα άλλαζαν πεζοδρόμιο για να με αποφύγουν. Τώρα μαζεύονται γύρω μου, προσπαθώντας να πάρουν αυτόγραφο. Τρίχες, δεν με ξεγελάνε εμένα αυτά».
Για το ντραφτ του 1986: «Ο τύπος που ήταν μια επιλογή πριν από εμένα ήταν ο Γκρεγκ Ντράιλινγκ, ένας σέντερ ύψους 2.13 απ’ το Κάνσας με μέσο όρο 2.2 πόντους και 2.2 ριμπάουντ στην καριέρα του στο NBA. Δεν μπορώ να πω, τουλάχιστον είναι σταθερός».
Για το γεγονός ότι κανείς δεν τον ήξερε στο ντραφτ: «Γούσταρα που μπήκα ως κάποιος που δεν τον ήξερε ούτε η μάνα του. Δεν μ’ ένοιαζε. Κατά τη διάρκεια της πρώτης μου προετοιμασίας με τους Πίστονς με πλησίασε ένας τηλεπαρουσιαστής ύστερα από μια προπόνηση και με ρώτησε ‘Εσύ ποιος είσαι;’. Σήκωσα το βλέμμα μου πάνω του και είπα ‘Είμαι ο κανένας, κι έρχομαι κατευθείαν απ’ το πουθενά’».
Για τον τρόπο που αντιμετωπίζει το NBA τους παίκτες: «Στην περίπτωσή μου τίποτα δεν τους αρκεί. Δεν είμαι παρά ένας σκλάβος του αθλήματος. Όλους μας χρησιμοποιούν σ’ αυτή τη δουλειά και μερικοί τύποι μπορούν να κάθονται και να ανέχονται το ξεπούλημα – πουλάνε την ψυχή τους για τα λεφτά του NBA. Λυπάμαι, εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Το NBA θέλει να είμαστε όλοι ίδιοι. Θέλουν να γεμίσει η κατηγορία με τύπους που δε λένε ποτέ κάτι αμφιλεγόμενο και που δεν κάνουν ποτέ κάτι που το NBA θεωρεί κακό για το άθλημα. Και περνάει το δικό τους επειδή οι περισσότεροι παίκτες στο NBA έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου ώστε να σκέφτονται κι αυτοί έτσι».
«Ο Ντέιβιντ Στερν και η Ομοσπονδία πολύ θα γούσταραν να εξαφανιζόμουν. […] Δεν θα είχαν πια την έγνοια τι μπορεί να κάνω πάλι για να αμαυρώσω την ιερή εικόνα του NBA».
Για τον Γκραντ Χιλ και την προπαγάνδα πίσω από το όνομά του: «Το NBA αποφασίζει ποιοι θα είναι οι εκλεκτοί. Όταν ο Γκραντ Χιλ αποφοίτησε από το Ντιουκ τον έχρισαν αμέσως. […] Ταίριαζε απόλυτα στην εικόνα του παίκτη του NBA. […] Τον ήξεραν οι πάντες. Όλοι τον αγαπούσαν. Είχε τη σωστή εμφάνιση. Ο πατέρας του ήταν σπουδαίος επαγγελματίας παίκτης του φούτμπολ. Η μητέρα του ήταν μεγαλοδικηγόρος στην Ουάσινγκτον. Ο ίδιος ήταν ευφραδής κι ζωή του καθαρή. Και στο γήπεδο ήταν εντυπωσιακός με τα καρφώματά του και πετύχαινε πολλούς πόντους. Ήταν ό,τι έπρεπε για το NBA. Δεν πίστευαν στην τύχη τους. Εγώ τον έβρισκα για κλάμματα. […] Αποφασίστηκε όταν διέκοψε ο Μάικλ Τζόρνταν: ο Γκραντ Χιλ θα ήταν ο επόμενος θεός του μπάσκετ. Θα ‘παιρνε το θρόνο του Μάικλ. […] Όμως συνέβη κάτι παράξενο στο NBA τη χρονιά που πρωτοεμφανίστηκε ο Χιλ. Προέκυψε ο Τζέισον Κιντ των Ντάλας Μάβερικς, που έπαιζε παπάδες. Ο Κιντ είναι φοβερός παίκτης, αλλά δεν είχε την τέλεια καταγωγή για το NBA. Είχε κάποια προβλήματα πριν απ’ το ντραφτ, όπου υποτίθεται ότι το έσκασε ύστερα από ένα ατύχημα στον αυτοκινητόδρομο της Όουκλαντ στην Καλιφόρνια. […] Το Ντάλας αποφάσισε ότι ήταν αρκετά καλού χαρακτήρα για το NBA κι ο Κιντ κατέληξε να βοηθάει περισσότερο την ομάδα του απ’ όσο ο Γκραντ Χιλ. Ο Κιντ έφερε σε δύσκολη θέση το NBA. Τι να έκαναν; Έδωσαν και στους δύο το βραβείο καλύτερου ρούκι της χρονιάς.Αυτή ήταν η λύση των δειλών κερατάδων. […] Το ίδιο συνέβη και στο all-star game του 1993, τότε που ο Τζον Στόκτον και ο Καρλ Μαλόουν μοιράστηκαν το βραβείο του MVP όταν το παιχνίδι έγινε στη Γιούτα. Άχου, τι καλά!».
Για το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων: «Ποτέ δεν είχα καμιά ελπίδα να παίξω σε μιαν απ’ τις Ολυμπιακές Ομάδες. Στη Βαρκελώνη ‘η Ντριμ Τιμ με τον Ντένις Ρόντμαν’ ήταν άπιαστο όνειρο. Δεν με πολυένοιαζε, αλλά καμιά φορά που το σκέφτομαι θα ήταν πολύ ωραία να έπαιζα σε μια Ολυμπιακή ομάδα. Κάποτε θα αναπολούσα και θα χαιρόμουν που το έκανα. Θα ήθελα να μπορώ να δείξω στον κόσμο ότι οι αθλητές της χώρας μας δεν βγαίνουν όλοι απ’ το ίδιο καλούπι. Θα μπορούσα να είμαι ο τέλειος παίκτης μιας ομάδας με πολλούς σκόρερ. Οι Ολυμπιακές ομάδες ήταν κάτι σα μεγάλη εκδοχή των Μπουλς και οποιαδήποτε απ’ αυτές τις ομάδες θα χρειαζόταν ένα ζόρικο ριμπάουντερ που δεν θέλει την μπάλα. Πάντως στη Βαρκελώνη δεν υπήρχε καμία περίπτωση να γίνει αυτό. Πάντα αντιμετωπίζω τις ίδιες μαλακίες: δεν ήταν το μπάσκετ το πρώτομέλημα. Πιστεύω οι άνθρωποι της USA Basketball φοβήθηκαν ότι μπορεί να έπεφταν πάνω μου όλα τα φώτα της δημοσιότητας αν μ’ έπαιρναν. Θα ήμουν ένας ‘μεγάλος περισπασμός’ όπως πάντα».
Όταν το NBA τον παρακολουθούσε: «Το 1989, όταν ήμουν με τους Πίστονς, το NBA προσέλαβε κάποιον για να με παρακολουθεί. Ήθελαν να μάθουν τι στο διάολο έτρεχε μ’ εμένα κι έτσι έβαλαν κάποιον να γίνει η σκιά μου. […] Ο Τσακ Ντέιλι με πλησίασε μια μέρα μετά την προπόνηση και είπε ‘Η ομοσπονδία σε παρακολουθεί Ντένις’. Είχαν προσλάβει έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ για να προσπαθήσει να μάθει τι έκανα όταν ήμουν εκτός κτιρίου. Δεν τον γνώρισα ποτέ, ούτε καν τον είδα, στ’ αρχ*δια μου άλλωστε».
Για την κατάσταση με τα συμβόλαιά του: «Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι πόρνες είμαστε εμείς. Είμαστε επαγγελματίες πόρνες που φοράνε αθλητική φανέλα, που τρέχουν δέκα χιλιόμετρα σε δυο ώρες. Αφού λοιπόν ορίσαμε τι είμαστε, δε μένει παρά να συζητήσουμε την τιμή. Επί πέντε χρόνια ένιωθα σαν την καλύτερη πόρνη ενός πορνείου υψηλής στάθμης. Εγώ είμαι αυτός που φέρνει στο μπορντέλο όλους τους πελάτες κι όλα τα λεφτά, αλλά κάθε χρόνο μια απ’ τα ίδια: όλα τα άλλα κορίτσια πληρώνονται καλύτερα από μένα».
Προφητικές κουβέντες για την πτώση του επιπέδου στο πρωτάθλημα:«Το άθλημα θα ήταν καλύτερο αν μπορούσαν να πεισθούν οι νέοι να ρισκάρουν τα αρχ*δια τους, όπως κάναμε εμείς τότε. Αλλά πώς να παίξουν έτσι, αφού το μόνο που τους απασχολεί είναι τα καρφώματα και οι πόντοι».
«Υπάρχει περίπτωση να μην με έπαιρναν στο NBA αν πρωτοέβγαινα τώρα, επειδή, απ’ ότι φαίνεται, το μόνο που θέλουν είναι έναν εντυπωσιακό σκόρερ για να τον πλασάρουν στους οπαδούς τους. Το NBA αυτή τη στιγμή είναι κάτι σαν all-star game που κρατάει όλη την περίοδο. Οι παίκτες θέλουν να καρφώνουν και να κάνουν επίδειξη και να βλέπουν τον εαυτό τους κάθε βράδυ στο SportsCenter toy ESPN». Και ο Ρόντμαν αυτά τα έλεγε το 1996…
Η γνώμη του για τα πολύ υψηλά εγγυημένα συμβόλαια σε παίκτες από πολύ μικρή ηλικία σίγουρα κάνει αίσθηση, αλλά από τα (αγωνιστικά) γεγονότα δικαιώνεται: «Ποιος ο λόγος να σκίζεσαι στη δουλειά αν είναι να βγάζεις 80 εκατομμύρια δολάρια σε δέκα χρόνια και μάλιστα εγγυημένα μέχρι τελευταίας δεκάρας; Πιστεύω ότι η ομοσπονδία την έχει άσχημα. Τώρα είναι όλα καλά – οι ομάδες βγάζουν λεφτά, το άθλημα είναι ακόμα δημοφιλές – αλλά προσπαθούν να δώσουν μια καινούργια εικόνα στο άθλημα και πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα λειτουργήσει σαν μπούμερανγκ». Σε λιγότερο από 8 χρόνια από τη στιγμή που ο Ρόντμαν τα έλεγε αυτά, το NBA περνούσε τις χειρότερες στιγμές της ιστορίας τους οικονομικά και από πλευράς θεαματικότητας.
Για το αν θα έπρεπε να είναι πρότυπο για τους νέους: «Θα ήταν δίκαιο εκ μέρους μου να προσποιηθώ ότι μπορώ να σας προσφέρων την ηγεσία, την καθοδήγηση και την κατεύθυνση μόνο και μόνο επειδή ξέρω να παίζω μπάσκετ;Πώς λειτουργούσατε πριν από μένα; Πώς πηγαίνατε στη δουλειά ή στο σχολείο ή όπου πηγαίνατε πριν εμφανιστώ εγώ; Ήταν καλή η κακή η ζωή σας και τώρα – μόνο και μόνο επειδή βρήκατε κάποιον που λατρεύετε, που θαυμάζετε, που θέλετε να του μοιάσετε – θέλετε να τον μιμηθείτε; Είμαστε αθλητές. Δεν έχουμε τα προσόντα για να ορίζουμε τη ζωή κάποιου άλλου. Δεν είναι αυτή η δουλειά μας. Δεν έχουμε όλες τις λύσεις έτοιμες, αδερφέ».
Η προσωπική του φιλοσοφία: «Το παίρνω πολύ σοβαρά το μπάσκετ μου. Ανατρέχω ακόμα σε πράγματα που μου έμαθε ο Τζέιμς Ριτς στην Οκλαχόμα: Κυνήγησε αυτό που θέλεις και να πάρει ο διάολος αυτόν που θα σου γίνει εμπόδιο. Εκπαιδεύω το μυαλό μου στο να πιστεύει ότι πρέπει να κερδίσω όλα τα ριμπάουντ για να μείνω στη μεγάλη κατηγορία. Αν δεν κερδίσω την μπάλα, θα επιστρέψω στο Ντάλας, στους δρόμους, στην κόλαση.»
Παιχνίδια ψυχολογίας: «Ό,τι κάνω μέσα στο γήπεδο έχει σχέση με την ψυχολογία. Προσπαθώ να μπω στο μυαλό του άλλου. Δε βρίζω, τον άλλον. Δεν κάθομαι να σε κάνω να νιώσεις σκατά. Δε λέω μαλακίες. Έτσι κι αλλιώς θα νιώσεις σκατά όταν σε πατήσω κάτω, άρα δεν έχω λόγο να το συζητάω κι από πάνω. Το ξέρεις μέσα σου και ξέρεις ότι το ξέρω. Αυτό είναι το μόνο που μετράει. Τα μπινελίκια είναι χάσιμο χρόνου. Αυτοί που το κάνουν προσπαθούν να τονώσουν τον εαυτό τους. Προσπαθούν να γίνουν πιο δυνατοί και πιο ζόρικοι απ’ όσο είναι. Το κάνουν για τον εαυτό τους κι αυτό εμένα δε μου χρειάζεται. Νιώθουν την ανάγκη να αυτοεπιβεβαιωθούν. Ποιος ο λόγος; Όλοι κατεβάζουν καντήλια πια, άρα γιατί να μη σωπαίνω εγώ; Έχεις καλύτερα αποτελέσματα όταν καις κάποιον με τα μάτια σου, όταν τον κοιτάς κατάματα και του δίνεις να καταλάβει με το βλέμμα σου και μόνο. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια».
Σε όλη του την καριέρα είχε τη φήμη του κακού σουτέρ ελεύθερων βολών, σε σημείο που να θεωρείται κίνδυνος για την ομάδα του: «Δεν μπορώ να σας περιγράψω τι μαλακίες έχω ακούσει σχετικά με το πόσο κακός είμαι στις ελεύθερες βολές. Για μένα οι ελεύθερες βολές είναι μια απαίσια αγγαρεία, κάτι που δε θέλω να κάνω. Δείχνει σα να φοβάμαι να σουτάρω. Το 1994-95 είχα το υψηλότερο ποσοστό στην καριέρα μου – 68%. Ακόμα κι αυτό δεν είναι αρκετά καλό, πάντως είναι καλύτερο απ’ το ποσοστό μου το 1989, όπου σε 14 αγώνες είχα 37% απ’ τη γραμμή των φάουλ. Είναι δύσκολο να ‘σαι τόσο κακός, αδερφέ. Όμως μπορώ να πετύχω ελεύθερες βολές αν θέλω. Απλώς κάτι με εμποδίζει. Είναι σαν να αισθάνομαι την ανάγκη να φύγω, να συνεχίσω να κινούμαι και το να στέκομαι στη γραμμή, ενώ όλα γύρω μου έχουν σταματήσει, δεν μου πάει καλά. Γι’ αυτό κι εγώ παίρνω την μπάλα κι απλώς την πετάω. Δεν το σκέφτομαι, δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο στιλ. Καμιά φορά θα με δείτε να κοιτάζω γύρω γύρω, χωρίς να κάνω ούτε μια ντρίμπλα κι απλώς να πετάω την μπάλα. Μερικές φορές τα πόδια μου κινούνται όταν σουτάρω κι άλλες φορές δεν είμαι καν σίγουρος ότι κοιτάζω το καλάθι. […] Κάτι που παραβλέπουν όμως είναι το εξής: όταν πρέπει να τις πετύχω, τις πετυχαίνω».
Η απόδειξη αυτού που λέει ο Ρόντμαν υπάρχει σε πολλές στιγμές της καριέρας του, όπως οι 2/2 βολές στο τέλος του 4ου τελικού εναντίον της Γιούτα το 1997-98 ή το περίφημο περιστατικό με την πρώτη απόπειρα «hack-a-Shaq» στην ιστορία, κατά του… Ρόντμαν όμως. Ήταν σε ματς με τους Ντάλας Μάβερικς (29/12/1997), με τον Ντον Νέλσον να δίνει εντολή στον Μπούμπα Ουέλς να κάνει 6 απανωτά φάουλ στον Ρόντμαν. Ο Ουέλς αποβλήθηκε με 6 φάουλ σε 3 λεπτά, στην πιο σύντομη αποβολή με φάουλ στην ιστορία του NBA, ο Ρόντμαν πήγε 12 φορές στη γραμμή των βολών, αλλά οι Μάβερικς την πάτησαν, καθώς είχε 9/12 βολές παρότι τη σεζόν την τελείωσε με 55% στις βολές!
Στο τελευταίο μέρος του αφιερώματος θα πάμε λίγο πιο… προσωπικά. Κουβέντες για τον Τζόρνταν, τον Μπερντ, τον Πίπεν, τον Ολάζουον, το κράξιμο στον Ρόμπινσον, οι ύμνοι στον Φιλ Τζάκσον, οι απόψεις του για τους ομοφυλόφιλους, την ασθένεια του Μάτζικ Τζόνσον, την περιπέτεια με τη Μαντόνα.
Ο «πολύχρωμος» Ντένις Ρόντμαν – Μέρος VI: Για όλους και για όλα!
Ολοκληρώνουμε σήμερα το τεράστιο και απολαυστικό αφιέρωμα στον Ντένις Ρόντμαν με το δεύτερο κομμάτι με τις ατάκες του. Σκέψεις και απόψεις για τον Ντέιβιντ Ρόμπινσον, τον Χακίμ Ολάζουον, τον Σκότι Πίπεν, τον Μάικλ Τζόρνταν, τον Γκρεγκ Πόποβιτς, τον Φιλ Τζάκσον, τον Λάρι Μπερντ, τον Μάτζικ Τζόνσον, τον ΟυίλτΤσάμπερλεν, τους ομοφυλόφιλους, τη Μαντόνα.
Προσδεθείτε για το τελευταίο πολύχρωμο ταξίδι του αφιερώματος, το πιο «γαργαλιστικό», αφού το«Σκουλήκι» δεν χαρίζει κάστανα σε κανέναν.
Για τα όσα είχε πει για τον Λάρι Μπερντ, όταν είχε ανοίξει ρατσιστική συζήτηση με ένα σχόλιό του, αλλά μετά ξεκαθάρισε τα πράγματα: «Χάσαμε στους τελικούς της Ανατολής από τους Σέλτικς στο 7ο παιχνίδι με 117-114 στη Βοστόνη. Μετά την ήττα, υπήρχε τόσος πόνος σ’ εκείνα τα αποδυτήρια… Θεωρούσαμε την ομάδα μας καλύτερη και ήμασταν απίστευτα τσαντισμένοι με τη συμπεριφορά των φιλάθλων στο Μπόστον Γκάρντεν. Μας γιουχάιζαν άγρια σ’ όλους τους αγώνες κι έλεγαν ό,τι τους κατέβαινε. Έβριζαν τις μάνες των παικτών, τις φιλενάδες τους, τις γυναίκες τους – ακόμα και το μπάσκετ. Ήταν οι πιο άγριοι οπαδοί που είχαν αντιμετωπίσει ποτέ… […] Μάρκαρα τον Μπερντ σ’ εκείνους τους αγώνες κι αυτό είχε γίνει το μόνο θέμα συζήτησης. Δεν είχα καμιά όρεξη να πω τις σωστές κουβέντες κι έτσι άρχισαν να λέω τα δικά μου. Έλεγα ό,τι μου κατέβαινε, οτιδήποτε θα μου έφτιαχνε λίγο το κέφι κι ίσως θα με βοηθούσε να εκδικηθώ εκείνους τους οπαδούς. Όταν με ρώτησαν για τον Μπερντ απάντησα ‘Ο Λάρι Μπερντ έχει υπερτιμηθεί από πολλές απόψεις. Εγώ δεν νομίζω πως είναι ο καλύτερος παίκτης. Είναι φοβερά υπερτιμημένος. Προς τι η τόση δημοσιότητα; Επειδή είναι λευκός. Ποτέ δεν λένε για ένα μαύρο παίκτη ότι είναι ο καλύτερος’. […] εκνευρισμένος, ξαναμμένος, τσαντισμένος μίλαγα χωρίς να σκέφτομαι. Ήθελα να φορτώσω ένα μέρος του πόνου μου σε κάποιον άλλον κι ο Λάρι έτυχε να είναι η εύκολη επιλογή. Ήταν ο καλύτερης στόχος για να εκδικηθείς τους οπαδούς επειδή τον έχουν σαν θεό. Αυτά όμως δεν βγήκαν στις εφημερίδες: έτσι που το ‘πα φάνηκα σαν ρατσιστής και σαν τύπος που δεν ξέρει να χάνει. Οφείλω να αναγνωρίσω στον Λάρι Μπερντ ότι ήταν σπουδαίος παίκτης. Ήξερε καλά το παιχνίδι κι ήταν έξυπνος. Αυτά είναι που μετράνε. Το χρώμα δεν έχει σχέση. Το θέμα είναι πώς παίζεις μπάσκετ, κι αυτός ο μάγκας ήξερε να παίζει. Αν είχα σκεφτεί πριν μιλήσω θα το είχα πει διαφορετικά. Δεν θα είχα ανακατέψει το φυλετικό. Αυτό που έπρεπε να είχα πει είναι ότι ‘ο Λάρι Μπερντ είναι μεγάλος παίκτης αλλά τραβάει πολλά βλέμματα επειδή παίζει στη Βοστόνη, δηλαδή σε μια πόλη που είχε πολύ καιρό να δει έναν ξεχωριστό παίκτη. Η τόση δημοσιότητα του Μπερντ οφείλεται στην πόλη για την οποία παίζει’. Μετά από αυτό έλαβα εχθρικά γράμματα. Τόνους ολόκληρους. Πολύς κόσμος ούτε που με είχε ακουστά, αφού δεν έπαιξα πολύ την πρώτη μου χρονιά ως ρούκι. Υπέροχος τρόπος για να κάνεις το όνομά σου γνωστό».
Για το trash-talking του Μπερντ, αλλά και το μεγαλείο του ως παίκτη:«Ο Μπερντ ήταν από τους μεγαλύτερους φαφλατάδες που έχω συναντήσει ποτέ. Μόλις έβαζε ένα καλάθι έλεγε ‘Μα ποιος με μαρκάρει; Κανείς δεν με μαρκάρει’. Μετά με κοίταζε κι έλεγε ‘εσύ υποτίθεται ότι με μαρκάρεις;’. Καμιά φορά δεν σταμάταγε να λέει τέτοια σ’ όλο τον αγώνα. […] Έπρεπε να είμαι πιο γρήγορος από εκείνον όταν τον μάρκαρα – ήταν άλλωστε ίσως ο πιο αργός παίκτης του πρωταθλήματος. Στη σκέψη, όμως, δεν ήμουν πιο γρήγορος επειδή εκείνος είχε ήδη ολόκληρο τον αγώνα στο μυαλό του πριν καν γίνει. Είχε ετοιμάσει τον αγώνα όπως ακριβώς τον ήθελε».
Σημαντικό κομμάτι της ζωής του έπαιζε πάντα ο ρατσισμός, που ήταν «παρών» σε κάθε βήμα του. Τα παρακάτω περιστατικά είναι χαρακτηριστικά:
«Υπήρξαν πολλές φορές, αν και όχι πρόσφατα, που καθόμουν κι ευχόμουν να ήμουνα λευκός. Έπεσα θύμα κακομεταχείρισης μέσα στα πλαίσια της μαύρης κουλτούρας. Ήμουν υπερβολικά αδύνατος, υπερβολικά άσχημος, υπερβολικά κάτι. Υποτίθεται ότι ήμουν ανάμεσα σε ‘δικούς μου ανθρώπους’, όμως δεν μου φέρονταν σα να ήμουν ένας από αυτούς. Καθώς μεγάλωνα με πείραζαν στο σχολείο και παντού. Ήταν σκληρό και δεν ήξερα τι να κάνω. Το έλυσα ορθώνοντας το ανάστημά μου…[…] δεν είχα το σωστό χρώμα σε όποια θέση κι αν βρισκόμουν. Όταν πήγα στην Οκλαχόμα αποφάσισα να γυρίσω την πλάτη μου σε όλα όσα είχα αφήσει πίσω μου. Η μόνη μου πιθανότητα για επιτυχία ήταν να κοιτάζω μπροστά και να ξεχάσω αυτά που έζησα στους δρόμους. Τότε ήταν που γνώρισα τον Μπράιν και την οικογένειά του και το μόνο που ήθελα ήταν να γίνω αποδεκτός ως φίλος του. Ήθελα να ‘μουν λευκός, επειδή γύρευα αποδοχή. Ήθελα να μπορεί η μαμά του Μπράιν να γυρίζει σπίτι απ’ το συντομότερο δρόμο (σ.σ. όταν η μητέρα του Μπράιν έπαιρνε τον Ρόντμαν από το πανεπιστήμιο να τον γυρίσει στο αγρόκτημα, έκανε τη διπλάσια διαδρομή για να μην τη δουν σε αμάξι με έναν μαύρο, μιας και η τοπική κοινωνία δεν δεχόταν τέτοιες καταστάσεις). Ήθελα οι άνθρωποι μέσα στα αμάξια και όλοι οι πατεράδες των λευκών κοριτσιών, να πάψουν να με βλέπουν μόνο ως μαύρο (σ.σ. ένα πατέρας μιας κοπέλας που έβγαιναν, τον κυνήγησε και τον πυροβόλησε για να μην ξαναδεί την κόρη του). Αν ήμουνα λευκός, πίστευα ότι θα μπορούσα να ήμουν λίγο πιο ευτυχισμένος, Ήθελα να ‘μουν λευκός επειδή ήμουνα μαύρος κι επειδή το μαύρο χρώμα δεν ήταν ποτέ το σωστό χρώμα».
«Το καλοκαίρι που έμενα στην υπερ-συντηρητική Κομητεία Όραντζ, περνούσα απ’ την πόλη Λα Χάμπρα με τη μαύρη Φεράρι μου. Πηγαίναμε να φάμε (σ.σ. με τον φίλο του Ντουάιτ Μάνλι) και ξαφνικά βλέπω πίσω μου έναν μπάτσο να μου ανάβει τα φώτα, νεύοντάς μου να σταματήσω στην άκρη. Ήρθε στο πλάι του αυτοκινήτου κι εγώ του λέω ‘Τι έκανα, ρε φίλε; Δεν έτρεχα’. Με κοίταξε με ένα πολύ καριόλικο ύφος και μου λέει ‘Βγες απ’ τα’ αμάξι και θα σου δείξω’. Πήγαμε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου κι εκείνος πήγε να μου πει ότι είχε λήξει ο αριθμός κυκλοφορίες. Του λέω ‘αδερφέ, αυτές είναι πινακίδες του Τέξας. Ο αριθμός κυκλοφορίας είναι στο παρμπρίζ’. Με κοίταξε κάπως παράξενα και στη συνέχεια μου ζήτησε ταυτότητα. Του έδωσα την άδεια οδήγησης, εκείνος είδε τ’ όνομά μου κι όλα άλλαξαν. Άρχισε να λέει μαλακίες του τύπου ‘πω ρε φίλε, ωραίο αμάξι έχεις. Πολύ μ’ αρέσει το στιλ σου. Συγγνώμη για την ταλαιπωρία’. Φαντάζομαι πως αναγνώρισε το όνομά μου αλλά όχι εμένα τον ίδιο, πράγμα που μου φαίνεται απίστευτο. Τα μαλλιά μου ήταν φούξια. Αυτός ο τύπος είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα της μαλακίας που δέρνει την κοινωνία. Βλέπει ένα μαύρο τύπο με ωραίο αυτοκίνητο κι αμέσως συμπεραίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Μάλλον έμπορος ναρκωτικών, σωστά;».
Για τον… ψεύτη Ουίλτ Τσάμπερλεν και τα μεγάλα λόγια που έλεγε στις γυναίκες: «Ποτέ δε θ’ απαριθμούσα τις γυναίκες με τις οποίες έχω πάει. Το βρίσκω φτηνό. Και δεν μπορώ να πω ψέματα σαν τον Ουίλτ Τσάμπρλεν. Ο Ουίλτ Τσάμπερλεν μας φλόμωσε στο ψέμα κι έβγαλε λεφτά. Εγώ δε θέλω να κάτσω να μετρήσω ή να πω πόσες γυναίκες, κατά μέσο όρο, παίρνω την εβδομάδα κι όλα αυτά. Δεν είναι παιχνίδι. Δεν κρατάω σκορ στην κρεβατοκάμαρά μου. Ο Ουίλτ Τσάμπερλεν είπε ότι έχει πάει με είκοσι χιλιάδες γυναίκες. Σκεφτείτε το. Σημαίνει τρεις με τέσσερις γυναίκες την ημέρα επί δεκαπέντε ως είκοσι χρόνια. Προκαλώ οποιονδήποτε μπορεί να ακολουθήσει αυτόν το ρυθμό. Ο Ουίλτ θα ‘πρεπε ν’ ανοίξει δική του τράπεζα σπέρματος για να γίνει ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Δε γίνεται να μη σκεφτώ ότι μας τάραξε στο παραμύθι».
Για τον Μάτζικ Τζόνσον, το AIDS και το πώς αντιμετωπίστηκε: «Ως μπασκετμπολίστες ή αθλητές δεν είμαστε πιο αθώοι ή πιο ένοχοι απ’ όσο κάθε άλλος άνθρωπος. Ο Μάτζικ δεν θα ‘πρεπε να αναγκάζεται να ζητάει συγγνώμη που κόλλησε τον ιό, λες κι απογοήτευσε τον κόσμο επειδή αρρώστησε. Εμένα αυτό δε μου φαίνεται λογικό. Πολλοί παίκτες προσπάθησαν να εξορκίσουν τον «τρόμο» του AIDS λέγοντας ότι ο Μάτζικ πρέπει να είχε μια ομοφυλοφιλική σχέση. Ο κόσμος πίστεψε ότι πρέπει να ‘ναι αμφιφυλόφιλος, πράγμα που δεν πιστεύει κανείς απ’ αυτούς που τον ξέρουν. Όμως, αν ο Μάτζικ είχε μια ομοφυλοφιλική σχέση, αυτό είναι δική του δουλειά. Αν είναι αμφιφυλόφιλος, είναι δική του δουλειά. Καλά κάνει ο Μάτζικ Τζόνσον κι είναι γκέι ή αμφισεξουαλικός, αν είναι. Θα τον είχε εμποδίσει αυτό να είναι ένας απ’ τους σπουδαιότερους παίκτες στην ιστορία του αθλήματος; Όχι βέβαια. […] Όταν μαθεύτηκε το 1992 ότι ήθελε να επανέλθει στη μεγάλη κατηγορία, ο Καρλ Μαλόουν ήταν ο πιο απόλυτος από αυτούς που είχαν αντιρρήσεις […] Δε νομίζω ότι ο Καρλ Μαλόουν φέρθηκε σωστά στον Μάτζικ. […] Εμένα δε με νοιάζει ποσώς αν ο τύπος που μαρκάρω έχει HIV. Αν ξέρεις αρκετά πράγματα για την ασθένεια, δεν ανησυχείς. Παίξαμε με τους Λέικερς στο δεύτερο παιχνίδι επιστροφής του Μάτζικ και τον μάρκαρα εγώ σ’ ολόκληρο τον αγώνα. Σκέφτηκα να τον καλωσορίσω στη μεγάλη κατηγορία με το μόνο τρόπο που ήξερα: κοντράροντάς τον και σπρώχνοντάς τον και αντιμετωπίζοντάς τον όπως οποιονδήποτε άλλον παίκτη στην κατηγορία. Όπως είπα σ’ έναν δημοσιογράφο, δε με νοιάζει αν έχει τον ιό του AIDS, ιλαρά, καρκίνο, οτιδήποτε. Θα τον περιορίσω όπως και να ‘χει κι όποιος έχει αρχ*δια θα κάνει το ίδιο. Μετά τον αγώνα […] ο Μάτζικ είπε ότι εκτίμησε τον τρόπο που τον ζόριζα και τον μάρκαρα χωρίς σταματημό και πρόσθεσε ‘Πιστεύω ότι ο Ντένις προσπάθησε να στείλει ένα μήνυμα στη χώρα μας. Με αγκάλιασε, με πίεσε, χτυπηθήκαμε σώμα με σώμα και δεν έπαθε τίποτα. Άρα δε χρειάζεται ν’ ανησυχούμε μην πάθει τίποτα κανείς άλλος’ Έπεσε διάνα όταν είπε ‘πιστεύω ότι διδάξαμε πολύ κόσμο απόψε’. Ελπίζω να διδάξαμε κάποιους ανθρώπους – εκείνους που μπορεί να φοβούνται την αρρώστια για λάθος λόγους. Αν είχαν όλοι σωστότερη ενημέρωση σχετικά με το HIV και το AIDS, ίσως ο Μάτζικ να μπορούσε να επανέλθει νωρίτερα. Ή ίσως να μην είχε καν αναγκαστεί να φύγει τότε που έφυγε».
Για το πώς στήριξε τους ασθενείς του AIDS δημόσια: «Όταν έβαψα την κορδέλα υποστήριξης θυμάτων του AIDS στα μαλλιά μου στα πλέι οφς του 1995, έγινε ο πρώτος επαγγελματίας αθλητής που δέχτηκε ανοιχτά τους ανθρώπους που πάσχουν από AIDS. Ήμουν, αναμφίβολα, ο πρώτος που έκανε μια τόσο φανερή δήλωση. Το έκανα επειδή το ήθελα. Αισθανόμουν τη διάθεση να στρέψω την προσοχή όλων στους ανθρώπους με AIDS. Σκέφτηκα: ας το προβάλλουμε στην τηλεόραση κι ας το αναγνωρίσουμε. Ας μάθουν όλα τα θύματα του AIDS ότι ο Ντένις Ρόντμαν τούς δέχεται και τους σέβεται. […] Υπάρχει μεγάλη ομοφυλοφοβία στα αθλήματα κι αυτό πρέπει να ξεπεραστεί. Αυτοί οι άνθρωποι που κόλλησαν την αρρώστια δεν έκαναν κανένα έγκλημα. Δεν προσπάθησαν να κολλήσουν. Ακούγεται χαζό που το λέω, αλλά οι άνθρωποι που έχουν AIDS δεν είναι κακοί άνθρωποι».
Για την ομοφυλοφιλία στο μπάσκετ και τον αθλητισμό: «Υπάρχει τόση υποκρισία στον αθλητικό χώρο, αδερφέ μου! Όλοι το παίζουν σκληροί άντρες. Όλοι είναι άντρακλες, ζόρικοι κι αιμοβόροι. Αν κοιτάξεις πιο προσεκτικά, όμως, υπάρχουν πολλές ομοφυλοφιλικές πλευρές στα αθλήματα. Μόνο που το κρύβουν καλά, επειδή κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί την πραγματικότητα. Όλοι λένε ‘αποκλείεται, απλώς είναι ομαδική δουλειά’. Ναι, βέβαια, όλοι σε μια ομάδα ανήκουμε. Ό,τι κάνουμε είναι στα πλαίσια της ομάδας, στα πλαίσια της οικογένειας – άντρας με άντρα.Μόνο ένας τυφλός δεν θα το ‘βλεπε. Παρακολουθήστε έναν οποιονδήποτε αγώνα μπάσκετ. Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνουν οι παίκτες όταν κερδίζουν ένα σημαντικό αγώνα; Αγκαλιάζονται. Τι κ κάνει ένας προπονητής του μπέιζμπολ όταν βγάζει τον πίτσερ του απ’ τον αγώνα; Παίρνει την μπάλα και του ρίχνει μια στον κώλο. Άντρας αγκαλιάζει άντρα. Άντρας ρίχνει ξυλιές στον κώλο άλλου άντρα. Άντρας ψιθυρίζει στο αυτί άλλου άντρα και τον φιλάει στο μάγουλο. Πρόκειται για κλασσική ομοφυλοφιλική ή αμφισεξουαλική συμπεριφορά. Το γράφει η βίβλος των γκέι. Το λες στον κόσμο και σου λένε ‘μα όχι, δεν είναι έτσι. Είναι αντρική συμπεριφορά’, Κι εγώ λέω: ‘Μέσα είσαι. Είναι αντρική συμπεριφορά!’. Δε λέω ότι πρέπει να ‘σαι γκέι για να κάνεις αυτά τα πράγματα, αλλά πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι πέφτει στην ευρύτερη περιοχή της ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς».
«Υπάρχει κάτι τρελό σχετικά με τον αθλητικό χώρο που δεν το καταλαβαίνω: όποτε μια μορφή του αθλητισμού κάνει κάτι που δεν είναι ανδροπρεπές ή κάνει κάτι με τρόπο που δεν θεωρείται ανδροπρεπής, όλοι ταράζονται. Κι αρχίζουν ‘ω θεέ μου, δεν μπορεί, όχι αυτός’. […] Οι ομάδες το σηκώνουν όταν ένας παίκτης είναι ναρκομανής ή αλκοολικός, αλλά όχι όταν μαθαίνουν ότι κάποιος κάνει κάτι που δεν τους αρέσει στον ιδιωτικό χώρο της κρεβατοκάμαράς του! Δε βγάζω άκρη.»
Ένα περιστατικό με τη Μαντόνα στα αποδυτήρια των Σπερς, που εκμεταλλεύτηκαν τη σχέση του με την τραγουδίστρια: «Το βρίσκω γελοίο που όλοι όσοι είχαν σχέση με τους Σπερς με θεωρούσαν μεγάλο περισπασμό εξαιτίας της Μαντόνα. Εγώ ήμουν αυτός που προσπαθούσα να μην το κάνω θέμα. Εγώ ήμουν αυτός που προσπαθούσε να κρατήσει εκτός γηπέδου την εξωγηπεδική ζωή του. Δεν ήμουν εγώ αυτός που την έσυρε στ’ αποδυτήρια μετά τον αγώνα (σ.σ. εναντίον των Κλίπερς στο Λος Άντζελες, τότε που ο Ρόμπινσον έβαλε 71 πόντους). Ο Τζον Λούκας το έκανε. Δεν ήμουν εγώ αυτός που στεκόταν έξω απ’ την πόρτα των αποδυτηρίων για να φωτογραφηθεί μαζί της. Οι άλλοι παίκτες το έκαναν. Εγώ δεν την ήθελα στα αποδυτήρια. Δεν το θεωρούσα σωστό να τη βάλω να παρελάσει στ’ αποδυτήρια μόνο και μόνο επειδή έβγαινε μαζί μου. Ο Τζον Λούκας την πλησίασε μετά τον αγώνα με τους Κλίπερς και τη βούτηξε – κι όταν λέμε τη βούτηξε, εννοούμε τη βούτηξε – και την έφερε ως τ’ αποδυτήρια μαζί του. Όμως, όχι, εγώ ήμουν ο μεγάλος περισπασμός. […] Ήθελαν να έρχεται επειδή ήξεραν ότι θα προσέλκυε τα πλήθη. Ας μαζέψουμε τα πλήθη. Ας έρθουν όλοι να δουν τη Μαντόνα. […] Το μετέτρεψαν σε τσίρκο. Το NBA το μετέτρεψε σε τσίρκο, οι Σπερς το μετέτρεψαν σε τσίρκο, οι συμπαίκτες μου το μετέτρεψαν σε τσίρκο».
Για τη σχέση του με τη Μαντόνα: «Σε κάποια στιγμή της ήρθε η ιδέα (σ.σ. της Μαντόνα) να τα παρατήσει όλα και να μετακομίσει στο Σαν Αντόνιο. Θα ερχόταν να ζήσει μαζί μου στο σπίτι μου. Το έβλεπε σαν λύση για όλα τα προβλήματα, σαν τον μόνο τρόπο για να ξεπεραστούν όλα και να αντέξει η σχέση. ‘Ήμουν έτοιμη να σε διευκολύνω’, μου είπε‘Ήμουν έτοιμη να σου προσφέρω τη ζωή μου κι όμως δεν δέχτηκες’. Όλο αυτό μου έλεγε. Έκλαιγε για μένα κι ήξερα ότι το εννοούσε. Μόνο που δεν μπορούσα να ανταποκριθώ. Δεν ένιωθα αυτό που έπρεπε, αδερφέ! Δεν μπορούσα να είμαι το αγοράκι της Μαντόνα. Στο τέλος, όταν έπρεπε να αποφασίσω, είδα ότι δεν μπορούσα να τα παρατήσω όλα και να κυνηγήσω αυτό το όνειρο».
Για τον Ντέιβιντ Ρόμπινσον, τον οποίο θεωρούσε ανύπαρκτο ηγέτη: «Μετά το δεύτερο παιχνίδι των Τελικών Δύσης με το Χιούστον – αφού είχαμε δυο ήττες στο παθητικό μας στην έδρα μας – Έιβερι Τζόνσον σηκώθηκε στα αποδυτήρια, μπροστά σε όλη την ομάδα και στα περισσότερα διοικητικά στελέχη και είπε: ‘Δεν μπορούμε να περιμένομε απ’ τον Ντέιβιντ Ρόμπινσον να μας σώσει, επειδή δεν πρόκειται να κάνει τίποτα’. Ο Ντέιβιντ Ρόμπινσον ήταν εκεί. Καθόταν μες στη μέση. Όταν τελείωσε ο Έιβερι, ο Ντέιβιντ ήταν ακόμα εκεί. Κάθισε και το ανέχτηκε. […] Πού ήταν ο Ντέιβιντ στους αγώνες με το Χιούστον; Τον διέλυσε ο Χακίμ Ολάζουον σε όλους τους αγώνες. Μου ζήτησαν να τον μαρκάρω εγώ τον Ολάζουον και αρνήθηκα. […] Θα δεχόμουν να τον αναλάβω στο δεύτερο ημίχρονο, αλλά όχι στο πρώτο. Κάθε προπονητής ξέρει ότι δεν κάνει να βάζεις τον καλύτερό σου αμυντικό παίκτη να μαρκάρει τον καλύτερο επιθετικό της αντίπαλης ομάδας στο πρώτο ημίχρονο. Στο δεύτερο ημίχρονο – τότε τα δίνεις όλα. […] Ο Ντέιβιντ μου ζήτησε να τον βοηθήσω κι εγώ του είπα κατάμουτρα: ‘δεν πρόκειται να κάνω τίποτα’. Δεν είχα καμία διάθεση να τον βοηθήσω. Δεν μου είπε τίποτα, γιατί δεν μπορούσε να μου πει τίποτα. Πριν απ’ αυτούς τους αγώνες, έδειχνε τόσο φοβισμένος στα αποδυτήρια, γαμώτο, που έτρεμε σαν το φύλλο. […] Κάθε μέρα στην προπόνηση ο προπονητής Χιλ έλεγε ‘Ντέιβιντ πιστεύεις ότι μπορείς να κλείσεις τον Ολάζουον;’. Ο Ντέιβιντ σήκωνε τους ώμους και έλεγε: ‘Όλοι μπορείτε να με βοηθήσετε αν θέλετε’. Ούτε μια φορά δεν είπε ότι μπορούσε να τον αναλάβει μόνος του. Κι ήταν ο MVP της κατηγορίας, του έδιναν 8 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Έπρεπε, αν μη τι άλλο, να σηκωθεί και να πει ότι μπορούσε να το αναλάβει μόνος του.Υποτίθεται ότι ήταν ο ηγέτης της ομάδας. […] Πού ήταν ο Ντέιβιντ; Όταν δεν τα κατάφερνε μου ζητούσαν να τον βοηθήσω. Δεν πρόκειται να τον βοηθήσω. Χέστε το αυτό. Τον Σον Έλιοτ ποιος θα τον βοηθήσει (σ.σ. ο Έλιοτ μάρκαρε τον Ντρέξλερ και ο Ρόντμαν λέει ότι δεν τον έκοψε ούτε μια φορά σε όλη τη σειρά, αλλά δεν τον κατηγορεί γιατί μόνο ο ίδιος ο Ρόντμαν θα μπορούσε να αφοπλίσει τον Ντρέξλερ); Κανείς. Θέλουν λοιπόν να κλείσω τον Χακίμ. Και τον Κλάιντ ποιος θα τον σταματήσει; Κανείς. Αν είσαι ο MVP της μεγάλης κατηγορίας, πρέπει να πας και να κάνεις τη δουλειά σου».
Για τον Ρόμπινσον, όταν πια ο Ρόντμαν ήταν στους Μπουλς και ο Ρόμπινσον πήγε να… κάνει τον έξυπνο: «Ο Ντέιβιντ Ρόμπινσον είπε: ‘πέρσι γινόταν χαμός. Καμιά φορά ένιωθα λες και βρισκόμασταν στο Χόλιγουντ. Τώρα είμαστε και πάλι μια ομάδα μπάσκετ’. Τι στο διάολο σημαίνει αυτό; Δεν ήμασταν ομάδα μπάσκετ όταν ήμουν εγώ εκεί; Δεν ήμασταν ομάδα μπάσκετ όταν είχαμε την καλύτερη επίδοση στο NBA και προχωρήσαμε στους Τελικούς Δύσης; Και τώρα νομίζει ο Ντέιβιντ Ρόμπινσον ότι έχουν ομάδα μπάσκετ επειδή πήραν τον Ουίλ Περντιού;Είναι τόσο ηλίθιο που δεν είναι καν αστείο. Θα μπορούσε να ήταν σοβαρότερη ομάδα μπάσκετ αν ο Ντέιβιντ Ρόμπινσον δε γινόταν στήλη άλατος κάθε φορά που παίζουν ένα σημαντικό αγώνα.Μπορεί ν’ αρχίσει από εκεί αν θέλει να έχει ομάδα μπάσκετ».
Για το μεγαλείο του Χακίμ Ολάζουον: «Ο Χακίμ ήταν απίθανος (σ.σ. στη σειρά τελικών Δύσης του 1995). Αφού κέρδισε το πρωτάθλημα με αυτή την ομάδα, για δεύτερο χρόνο στη σειρά, ανέβηκε στο επίπεδο του Μάικλ Τζόρνταν, του Μάτζικ Τζόνσον, του Λάρι Μπερντ. Τον Ρόμπινσον τον έκανε ό,τι ήθελε. Ξεκινούσε απ’ τη baseline και σούταρε ή έκανε μπάσιμο ή έκανε προσποιήσεις με το κεφάλι, ο Ντέιβιντ σηκωνόταν κι ο Χακίμ έκανε ένα μικρό τζαμπ χουκ. Έχει τόσες εναλλακτικές κινήσεις κι είναι τόσο δυνατός που είναι δύσκολο να σκεφτείς πώς να τον μαρκάρεις».
Το ξέσπασμα μετά το τέλος των πλέι οφς το 1995 στα αποδυτήρια των Σπερς: «Δημοσίως φόρτωσαν τα πάντα πάνω μου. Δημοσίως δεν επρόκειτο να πουν τίποτα κακό για τον Ντέβιντ γιατί ήταν όλοι τους φίλοι. […] Μετά το 5ο ματς με το Χιούστον που χάσαμε 111-90 και με κράτησαν στον πάγκο για το μεγαλύτερο μέρος του αγώνα, δεν άντεχα πια. Πήγα στ’ αποδυτήρια και έβρισα τον προπονητή και το σύλλογο. Ήμουνα τόσο τσαντισμένος με τον όλο χειρισμό, που δεν άντεχα άλλο. Τους είπα τη γνώμη μου για την τεχνική καθοδήγηση (είχε τα χάλια της) και για τη διοίκησή του (είχε τα χάλια της) κι ό,τι άλλο μου κατέβαινε. Ξέσπασα σε όλους. Ξέσπασα στον Μπομπ Χιλ. Του είπα ότι ήταν ένας χαμένος. Του είπα ότι δεν ήξερε πώς να αντιδρά στην πίεση των πλέι οφς. Του είπα ότι ήταν μεγάλο κρίμα που έβγαιναν κι έλεγαν ότι ήθελαν να κερδίσουν αυτούς τους αγώνες και μετά πήγαιναν κι έκαναν όλες τις μαλακίες μαζεμένες. Ήταν τελείως ηλίθιο. Ακόμα και τώρα γίνομαι έξαλλος όταν το σκέφτομαι».
Η γνώμη του για τον Γκρεγκ Πόποβιτς: «Το μεγαλύτερο πρόβλημα στο Σαν Αντόνιο ήταν ο Γκρεγκ Πόποβιτς, ο γενικός διευθυντής. Ήθελε να ‘ναι και τεχνικός και γενικός διευθυντής. Καθόταν και κρατούσε τον Μπομπ Χιλ απ’ το χέρι κάθε μέρα κι έλεγε ‘άκου τι πρέπει να κάνεις τώρα. Πρέπει να μ’ ακούσεις προσεκτικά’. Αν δεν το έκανε αυτό ο Χιλ, ο Πόποβιτς θα του τη έπεφτε άγρια κι έτσι ο Χιλ γύρναγε και την έπεφτε σε όλους τους άλλους. Τα σκατά κατρακυλάνε στην κατηφόρα κι εγώ έδειχνε πάντα να βρίσκομαι κάτω κάτω».
Μετεγγραφή στους Μπουλς αντί του Περντιού: «Οι Σπερς με έδωσαν στους Σικάγο Μπουλς για να πάρουν τονΟυίλ Περντιού, έναν άσχετο. Με αντάλλαξαν με τον Ουίλ Περντιού, αδερφέ! Τόσο πολύ ήθελαν να με ξεφορτωθούν. Με ρωτάνε αν προσβλήθηκα που με παράτησαν για ψίχουλα κι απάντησή μου είναι η εξής: αυτό δεν με προσβάλλει καθόλου. Αυτοί που θα έπρεπε να προσβάλλονται είναι οι Σπερς. Θα ‘πρεπε να προσβάλλονται και να ντρέπονται. Και με τον Μπέιμπ το ζωηρό γουρουνάκι να με αντάλλασσαν δε θα μ’ ένοιαζε ποσώς. Δε με νοιάζει τι πήραν οι Σπερς για να με δώσουν. Εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να φύγω απ’ το Σαν Αντόνιο».
Πόποβιτς και Περντιού ξανά: «Αυτοί οι τύποι στο Σαν Αντόνιο μπορούν να μου φιλήσουν τον κώλο, ιδίως ο Πόποβιτς. Όλο μαλακίες μου ‘κανε. Ήθελε να με δαμάσει κι όταν κατάλαβε ότι δεν ήμουνα το κουτάβι του, έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να με λασπολογήσει στο NBA. Και τι κατάφερε; Βρέθηκε με τον Ουίλ Περντιού, αυτό κατάφερε! Αν ήταν λίγο πιο έξυπνος και το βούλωνε, ίσως να κατάφερνε κάτι καλύτερο. Το λυπηρό είναι ότι ίσως και να πίστεψαν πραγματικά ότι θα ‘βγαιναν κερδισμένοι παίρνοντας τον Ουίλ Περντιού. Είπαν ότι ταίριαζε καλύτερα στην ομάδα – στο μυαλό τους – επειδή είναι περισσότερο οικογενειάρχης. Δεν κάνει αυτά που κάνω εγώ. Κάνει ό,τι του πουν, όταν του το πουν κι αυτό θέλουν εκεί κάτω, σ’ αυτή την κωλολευκή, κωλοσυντηρητική πόλη».
Η κατάσταση στο Σικάγο με τα πρόστιμα: «Οι κανονισμοί των Μπουλς δε διέφεραν από των άλλων. Ήταν τα ίδια πράγματα – να είσαι στην ώρα σου, να ντύνεσαι ‘κάπως’, να εκπροσωπείς την ομάδα μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο. Δεν είχα κανένα πρόβλημα με τίποτε απ’ όλα αυτά. Ήταν όμως διαφορετικοί από το Σαν Αντόνιο: στο Σαν Αντόνιο, αν αργούσα έστω και μισό λεπτό, μου έβαζαν πρόστιμο 500 δολάρια και το έκαναν θέμα. Έβγαινε στις εφημερίδες, στις ειδήσεις, παντού αδερφέ! Ενώ αν αργήσεις στους Μπουλς, ο Τζάκσον σου βάζει πρόστιμο 5 δολάρια και σου δίνει την ευκαιρία να παραγραφεί το παράπτωμα με ασκήσεις ελεύθερων βολών. Διαλέγεις δύο ακόμα παίκτες και μαζί τους σουτάρεις ενάντια σε τρις άλλους. Εγώ πάντα διαλέγω τον Μάικλ και τον Στιβ Κερ, οπότε όσο άσχημα κι αν σουτάρω, έχω πιθανότητες να κερδίσω».
Για τον Τζόρνταν όσο ακόμα ήταν στους Πίστονς: «Το Σικάγο ήταν εγκεφαλική υπόθεση. Αρκούσε η προσπάθεια να νικήσεις τον Τζόρνταν, η σκέψη και μόνο της προσπάθειας, για να εξαντληθείς».
Για τον Τζόρνταν μετά που τον γνώρισε και ως συμπαίκτη: «Όλοι ξέρουν ότι ο Μάικλ Τζόρνταν μπορεί να βγει και να πετύχει 50 πόντους. Αν πάρει φωτιά, τελείωσε. Είναι εκπληκτικό να βλέπεις τον τρόπο που κάποιοι παίκτες βρίσκουν το δρόμο και τρυπώνουν στην μπασκέτα κι αυτό είναι που με μαγεύει στον Μάικλ. Εσείς μπορείτε να μιλάτε όσο θέλετε για το πώς πηδάει και καρφώνει, αλλά αυτοί που ξέρουν από μπάσκετ εντυπωσιάζονται πιο πολύ απ’ τον τρόπο που βρίσκεται κάτω απ’ τη ρακέτα – τον τρόπο που τα κάνει όλα να φαίνονται εύκολα».
Για τον Σκότι Πίπεν: «Έτσι είναι κι ο Σκότι Πίπεν. Με είχε αφήσει άφωνο όταν πρωτοπήγα στο Σικάγο και πιστεύω ότι είναι πιο εντυπωσιακός όταν παίζεις μαζί του, παρά εναντίον του. Όταν ο Σκότι Πίπεν μπήκε στη μεγάλη κατηγορία είπα σε όσους έδιναν βάση στα λόγια μου ότι θα γινόταν ένας απ’ τους καλύτερους φόργουορντ που έχει φανεί ποτέ. Το καταλάβαινα απ’ την αθλητική του ικανότητα κι από την ποικιλία που διέθετε – είναι εκπληκτικός αμυντικός, είναι φοβερός στα ριμπάουντ και μπορεί να σουτάρει από παντού, ό,τι ώρα θέλει».
Ο λόγος που πήρε το «91» στους Μπουλς: «Διάλεξα το νούμερο 91 όταν πήγα στο Σικάγο, για να διαφέρω. Έπρεπε να το εγκρίνει η ομοσπονδία – έπρεπε να δώσει έγκριση για κάθε νούμερο πάνω απ’ το 55 – και το έκαναν. Τι έκπληξη! Ίσως σκέφτηκαν να μου πετάξουν κι εμένα ένα κόκαλο. Διάλεξα το 91 γιατί δεν μπορούσα να έχω το παλιό μου νούμερο, το 10 – το φορούσε ο Μπομπ Λοβ κι έτσι δε γινόταν. Εννιά συν ένα μας κάνουν 10, οπότε γιατί όχι; Άλλωστε ποια είναι τα δυο πρώτα νούμερα που παίρνεις σε περίπτωση ανάγκης (σ.σ. 911); Το πιάνετε; Ποιον καλείς για να σβήσει τη φωτιά;».
Πρώτη τεχνική ποινή στους Μπουλς και υπόκλιση στον Φιλ Τζάκσον:«Κατά τη διάρκεια του πρώτου αγώνα πήρα ανάποδες. Οι αναπληρωματικοί διαιτητές το παράκαναν και μου χρέωσαν ένα φάουλ που δε μου άρεσε. Πήρα την μπάλα και την πέταξα στο ρολόι που βρίσκεται στο ηλεκτρονικό ταμπλό. Φυσικά μου ρίξανε τεχνική ποινή. Ένα χρόνο κοντά στον Μπομπ Χιλ είχα μάθει να κοιτάζω προς τη μεριά του προπονητή κάθε φορά που έκανα κάτι. Θα σηκωνόταν ουρλιάζοντας σε κάποιον να μπει μέσα και θα μ’ έβγαζε απ’ το παιχνίδι. Θα έπαιρνε αυτή την απαίσια έκφραση, λες κι ήρθε το τέλος του κόσμου επειδή έκανα μια βλακεία. Σ’ αυτή την περίπτωση ο Μπομπ Χιλ θα έβαζε κάποιον να ενημερώσει τη γραμματεία ότι βγαίνω πριν η μπάλα προσγειωθεί στο πάτωμα. Μετά θα μ’ έπαιρνε στην άκρη για να μου πει τι δεν έπρεπε να κάνω μέσα στο γήπεδο. Έτσι, κοίταξα προς τη μεριά του Φιλ Τζάκσον και δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ο άνθρωπος γελούσε. Έκανε πίσω την καρέκλα του και γελούσε. Το βρήκα καταπληκτικό. Ο Φιλ Τζάκσον ξέρει το παιχνίδι […] Το κατάλαβα απ’ την αρχή ότι θα μ’ άφησε ελεύθερο. Δεν ανησυχεί για τους περισπασμούς, γιατί κοιτάξτε ποιους προπονεί όλα αυτά τα χρόνια. Οι Μπουλς ξέρουν από περισπασμούς και ξέρουν πώς να μη δίνουν σημασία. […] Έχασα 12 αγώνες στην αρχή της περιόδου όταν έπαθα ένα τράβηγμα. […] Οι Μπουλς δεν με πίεσαν να επιστρέψω στον αγωνιστικό χώρο. Μια μέρα πριν την επιστροφή μου, προπονήθηκα πολύ σκληρά – τα ‘δωσα όλα – για δυο περίπου ώρες. Έτσι, όπως ήταν φυσικό όλοι οι δημοσιογράφοι ρωτούσαν τον Τζάκσον αν θα έπαιζε το επόμενο βράδυ. Να τι απάντησε ο Τζάκσον: ‘Για τον Ντένις μιλάμε. Αυτή τη στιγμή δεν είμαι σίγουρος αν ξέρει πότε θα είναι έτοιμος. Αν πει ΄δεν είμαι σε φόρμα να παίξω με την ενέργεια που χρειάζεται να έχω στο γήπεδο΄ είναι κατανοητό’. Όταν, λοιπόν, κοίταξα προς την πλευρά του σ’ εκείνο τον πρώτο φιλικό αγώνα και τον είδα να γελάει την ώρα που ο διαιτητής μου ‘ριχνε τεχνική ποινή κι όταν διάβασα τι είπε σχετικά με την επιστροφή μου μετά τον τραυματισμό, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Δεν το περίμενα. Δεν ήμουν έτοιμος για κάτι τέτοιο. Κάποιος που καταλαβαίνει; Ένας τεχνικός που καταλαβαίνει; Μια σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό μου: Επιτέλους…».
Πηγή:ageofbasketball.net





























