Στη θέση του Μανόλο Χιμένεθ θα κρατούσα παρόμοια δημόσια στάση προκειμένου να διαχειριστώ αποτελεσματικά για την ομάδα μου την κατάσταση του ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό. Δεν θα προχωρούσα σε μια δημόσια παραδοχή των τριών καθοριστικών σημαντικών λαθών μου στην ψυχική & πνευματική προετοιμασία της ομάδας μου, στην επιλογή του σχηματισμού και στην αλλαγή του σχηματισμού με καθυστέρηση τουλάχιστον 35′ αγωνιστικών λεπτών. Και δεν θα το έκανα κυρίως επειδή στην παρούσα φάση, στη δεδομένη στιγμή, παραμονές του “τελικού για τα play offs”, που θα δώσει η ΑΕΚ την ερχόμενη Πέμπτη στην Κρήτη απέναντι στον Πλατανιά αυτή η δημόσια αναγνώριση της ευθύνης μου δεν θα βοηθούσε, παρά μόνο θα δημιουργούσε το επιπλέον πρόβλημα της απώλειας της εμπιστοσύνης που έχει η ομάδα στο σχέδιο του προπονητή της.
Ο Χιμένεθ πήγε “αδιάβαστος” στο πρώτο ημίχρονο αφενός επειδή δεν είχε δώσει μεγάλη σημασία στο σκάουτινγκ του αντιπάλου του και αφετέρου επειδή διαχειρίστηκε τα πρώτα 45′ λεπτά με το πείσμα να κυριαρχήσει δίχως να προσαρμόσει το παιχνίδι της ομάδας του σε αυτό του αντιπάλου του. Ο Παναθηναϊκός του Μαρίνου Ουζουνίδη επικράτησε καθολικά και απείλησε να ισοπεδώσει την ΑΕΚ στο πρώτο ημίχρονο δίχως να ανεβάσει την απόδοσή του σε εντυπωσιακό επίπεδο. Το πέτυχε αφενός επειδή είχε διαβάσει τις ανασταλτικές αδυναμίες που έχει φανερώσει στον χώρο του κέντρου το παιχνίδι της ΑΕΚ με το 4-3-3 και αφετέρου επειδή κατάλαβε πολύ γρήγορα τον τρόπο που επιχείρησε να αντιδράσει η ΑΕΚ, στο διάστημα 10′-25′ με την επιθετική άμυνα που έκανε πιέζοντας τον τερματοφύλακα και τους στόπερ του Παναθηναϊκού και αντέδρασε άμεσα: ζήτησε από τον τερματοφύλακα και τους αμυντικούς του να παίξουν με γεμίσματα προς την επίθεση, ζήτησε από τους μέσους να ανοίξουν το παιχνίδι στο πλάτος και κατάφερε να αντιμετωπίσει την κατάσταση παρόλο που οι ποδοσφαιριστές του δεν κατάφερναν να ανταποκριθούν απολύτως στη στρατηγική που χάραζε ο προπονητής με τις εντολές του.
Στο ίδιο διάστημα ο Χιμένεθ δεν κλονίστηκε ούτε από την επιλογή του Παναθηναϊκού να ακυρώνει τόσο εύκολα το επιθετικό πρέσινγκ της ΑΕΚ, ούτε και από την διαρκή υπεραριθμία που έκανε ο Παναθηναϊκός στον κεντρικό άξονα χάρη στην επιλογή του Ουζουνίδη να βάζει τον Εμποκού και τον Βιγιαφάνιες να κλείνουν προς τα μέσα για να συνεργάζονται με τους Ζέκα και Κουρμπέλη και να κάνουν … χαζό τον Σιμόες, ο οποίος έτρεχε μόνος και αβοήθητος λόγω της επιλογής του Χιμένεθ να κρατά ψηλότερα τους Γιόχανσον και Αϊντάρεβιτς για να πιέζουν ασκόπως την αντίπαλη αμυντική γραμμή.

Μετά το παιχνίδι, προκειμένου να αποφύγει την κουβέντα σχετικά με το αγωνιστικό σχέδιό του, ο Χιμένεθ είπε ότι δεν ήταν το λάθος του σχηματισμού η εξήγηση για την εικόνα του πρώτου ημιχρόνου και εννόησε ότι οι ποδοσφαιριστές του ήταν ψυχικά απροετοίμαστοι. Κι αυτή όμως είναι δική του ευθύνη. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι εκείνος ανησυχούσε αρκετές ημέρες πριν από το ματς για την πιθανότητα η ΑΕΚ να επηρεαστεί αρνητικά από την διακοπή του πρωταθλήματος. Το έβλεπε να έρχεται, προσπάθησε να το προλάβει και απέτυχε, κι αυτό δεν είναι καλό σημάδι. Είναι όμως γεγονός που δεν μπορεί να παραβλέψει ο παρατηρητής ότι τα προβλήματα νοοτροπίας δεν τα δημιουργεί ένας προπονητής που παραλαμβάνει μια ομάδα τον Ιανουάριο. Τα προβλήματα τα βρίσκει. Και δεν είναι εύκολο να τα λύσει ένας προπονητής σε διάστημα 2.5 μηνών στη συνεργασία με παίκτες που αφενός δεν αποτελούν δικές του επιλογές και αφετέρου γνωρίζουν ότι ακόμη αυτός ο προπονητής διανύει το στάδιο της δοκιμής. Από τη φύση τους, οι ποδοσφαιριστές ακούν και σέβονται μόνο τον προπονητή που φοβούνται. Και ο προπονητής που φοβούνται είναι μόνο αυτός που ξέρουν ότι θα είναι εκεί και την επόμενη σεζόν και συνεπώς είναι εκείνος που ορίζει το δικό τους μέλλον στον σύλλογο.
Το μόνο όφελος για τον Χιμένεθ ήταν η αντίδραση του β’΄ημιχρόνου, που μπορεί να “υποσχεθεί” στην ΑΕΚ ότι θα βρίσκει κότσια για να αντιδράσει στο μέλλον όταν βρεθεί πίσω στο σκορ επειδή θα αντλεί πίστη από αυτήν την παράσταση. Ο Ισπανός επέλεξε να παίξει τα ρέστα του, ζητώντας τη νίκη, στα τελευταία λεπτά του παιχνιδιού παρότι ήξερε ότι έχει αποσύρει από το τερέν τον μόνο μέσο με ικανότητα να ανακόψει μια αντεπίθεση, τον Σιμόες. Αυτό ήταν ένα ρίσκο που δεν βγήκε, αλλά όχι επειδή ήταν αδιάβαστος ο προπονητής. Επέλεξε να πάρει αυτό το ρίσκο επειδή ένιωθε την ανάγκη να φτάσει στη νίκη, σε αυτή την προσπάθεια που κάνει για να κρατήσει την ΑΕΚ εντός 5αδας. Αν δεν ηττηθεί από τον Πλατανιά, ο Χιμένεθ δεν θα μετανιώσει, διότι αυτή η στάση, των τελευταίων λεπτών, είναι ενδεδειγμένη για έναν προπονητή που επιχειρεί να αλλάξει την νοοτροπία του γκρουπ του. Αν όμως χάσει την Πέμπτη, θα μετανιώσει πικρά για την επιλογή του να μη συμβιβαστεί με το “Χ” στο κυριακάτικο ντέρμπι.

Φεύγοντας από το ΟΑΚΑ ο Ουζουνίδης θα πρέπει να ευχαριστούσε την τύχη του για αυτό το μάθημα που πήρε η ομάδα του, το οποίο όχι απλώς ήταν δωρεάν αλλά είχε και μπόνους μια εκτός έδρας νίκη επί ενός μεγάλου αντιπάλου, η οποία τονώνει πολύ το φρόνημα του γκρουπ των ποδοσφαιριστών του. Ο Ουζουνίδης έζησε ακόμη ένα δύσκολο απόγευμα στη δουλειά επειδή για ακόμη μια φορά η ομάδα του τον ανάγκασε να μείνει όρθιος επί 92′ αγωνιστικά λεπτά και να λαχταρήσει με την ιδέα ότι θα την έβλεπε να βγαίνει ηττημένη από ένα ματς στο οποίο είχε κυριαρχήσει πλήρως επί 45′ λεπτά. Του Παναθηναϊκού αυτό του συνέβη επειδή η συντριπτική πλειονότητα των ποδοσφαιριστών του, με την υπέρλαμπρη εξαίρεση του Μάρκους Μπεργκ, ενός προπονητή εντός αγωνιστικού χώρου, δεν μπορούσε να κάνει καλή ανάγνωση στο σενάριο του παιχνιδιού ώστε να κάνει τις πιο ασφαλείς επιλογές στη φάση κατοχής της μπάλας, και δεν είχε καθαρό μυαλό για να ακολουθήσει τις εντολές που έδινε ουρλιάζοντας από τον πάγκο ο προπονητής.

Οι τηλεθεατές που παρακολουθούσαν με προσοχή σε ήχο και εικόνα το ντέρμπι, θα πρέπει να κουράστηκαν να διαπιστώνουν ότι άλλα ζητούσε ο προπονητής και άλλα έκαναν οι ποδοσφαιριστές στο τερέν, τόσο στο α’ όσο και – κυρίως – στο β’ ημίχρονο. Ο Ουζουνίδης αντιμετωπίζει την μία διάσταση του προβλήματος του Χιμένεθ: έχει κι αυτός κληρονομήσει τα προβλήματα νοοτροπίας που κουβαλούσε η ομάδα που εκείνος παρέλαβε στα μισά της σεζόν, τα οποία δεν λύνονται σε 3 μήνες. Σε αντίθεση με τον Χιμένεθ όμως εκείνος έχει μεγάλες πιθανότητες να τα λύσει, διότι είναι κυρίαρχος των αποδυτηρίων. Και η κυριαρχία του εδραιώνεται από τη συνείδηση των ποδοσφαιριστών ότι ο Ουζουνίδης θα είναι και το καλοκαίρι στη θέση του και, κατά συνέπεια, είναι αυτός που ορίζει το μέλλον όλων στον Παναθηναϊκό.
Ποια είναι η εξήγηση για την χαοτική διαφορά στην εικόνα των δύο ημιχρόνων; Η κύρια συζήτηση αφορά το χτίσιμο της ομάδας το περασμένο καλοκαίρι. Εκτός από κακοφτιαγμένο, το ρόστερ του Παναθηναϊκού δεν έχει βάθος για να υπηρετήσει το αγωνιστικό σχέδιο του Ουζουνίδη με την επιθετική άμυνα και την ένταση στην ανασταλτική δράση με στόχο το κλέψιμο της μπάλας και την άμεση μετάβαση από τη φάση της άμυνας στη φάση της επίθεσης προκειμένου να εκμεταλλευτεί τους χώρους στο αντίπαλο μισό του τερέν. Οταν αναγκάστηκε, λόγω έλλειψης δυνάμεων, να αφαιρέσει από το ματς τον Κλωναρίδη και τον Εμποκού, ο Ουζουνίδης δεν είχε άλλα γρήγορα πόδια για να κάνει πιεστική επιθετική άμυνα στους αμυντικούς της ΑΕΚ, οι επιλογές του ήταν ο Λουντ και ο Λέτο. Κι όταν χρειαζόταν μια καλή πρώτη πάσα προκειμένου να εκδηλώσει γρήγορα μια κόντρα επίθεση όσες φορές έκοψε τις επιθέσεις της ΑΕΚ έξω από τη μεγάλη του περιοχή, ο Παναθηναϊκός δεν είχε καλή πρώτη πάσα, επειδή είναι ελάχιστοι οι παίκτες που διαθέτει με αυτή την ικανότητα.
Η δεύτερη εξήγηση κρύβεται στην αδυναμία του Παναθηναϊκού να ανταπεξέλθει ψυχικά στην κατάσταση που διαμορφώθηκε από την αρχή του β’ ημιχρόνου, που η έδρα έσπρωχνε με τη φωνή της την γηπεδούχο ομάδα, και ειδικά μετά το 1-2, και την επιπλέον ώθηση που έδωσε στην ΑΕΚ το πρώτο της γκολ. Για να έχει καλύτερη αντίδραση, ο Παναθηναϊκός πρέπει αφενός να προσθέσει πιο έντονες και ψημένες στον πρωταθλητισμό προσωπικότητες στο ρόστερ του και αφετέρου να έχει χρόνο ο προπονητής του για να χτίσει το πνεύμα της ομάδας του, κάτι που δεν χτίζεται σε τρεις μήνες στο μέσον της σεζόν. Ο Ουζουνίδης δεν έκανε τα σοβαρά λάθη που έκανε ο Χιμένεθ στο α’ ημίχρονο. Θα έχανε όμως ή δεν θα κέρδιζε το ματς αν δεν κατάφερνε για μία και μόνη φορά στο β’ ημίχρονο η ομάδα του να εκτελέσει σωστά και αποτελεσματικά το αγωνιστικό σχέδιο που βασιζόταν σε μια καλή και γρήγορη μετάβαση από τη φάση της άμυνας στη φάση της επίθεσης. Θα έχανε επειδή θα πλήρωνε την έλλειψη παικτών με χαρακτηριστικά συμβατά με το είδος του παιχνιδιού που θέλει να παίζει, και την προβληματική νοοτροπία μιας ομάδας που έχει ταλαιπωρηθεί πολύ.

Αυτήν την μία και μόνη αντεπίθεση την σχεδίασε και την εκτέλεσε ο Μπεργκ, ο οποίος έδειξε στον Λέτο να παίξει με τον Λουντ και εν συνεχεία έδειξε στον Λουντ πού να του σερβίρει τη μπάλα για να τελειώσει τη φάση.

Για την εκτελεστική ικανότητα του Σουηδού δεν χρειάζεται να υπερθεματίσει ή να αναλύσει κανείς τους αριθμούς και τις επιδόσεις που τα λένε όλα. Η ικανότητά του όμως να διαβάζει το ματς και να δίνει εντολές στους συμπαίκτες για τον τρόπο που πρέπει να παίξουν και να συνδυαστούν, αλλά ακόμη και για τον τρόπο που πρέπει να τοποθετηθούν προκειμένου να αμυνθούν αποτελεσματικά τον διαχωρίζει από τον συνήθη επιθετικό. Ο Μπεργκ είναι προπονητής αγωνιστικού χώρου, και ένας τύπος με πολύ λαμπρή προοπτική να εξελιχθεί σε πολύ αποτελεσματικό προπονητή όταν βγάλει τα ποδοσφαιρικά παπούτσια. Ο Παναθηναϊκός είναι ευλογημένος που τον έχει και προφανώς πρέπει να κάνει τα πάντα προκειμένου να τον κρατά εδώ και να του δίνει κίνητρα για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα ώστε να εργαστεί για τον σύλλογο ως προπονητής στο μέλλον.











