Ο ΠΑΟΚ δυσκολεύεται, για να ακριβολογούμε «χάνει το φως του», κάθε φορά που εδώ και 19 συναπτά έτη, μπαίνει στο Καυτανζόγλειο για παίξει κόντρα στον Ηρακλή. Από εκείνο το απόγευμα της 8ης Μαρτίου του 1998 όταν έφυγε νικητής, χάρη στη μαγυάρικη ραψωδία του Ζόλταν Κόβατς, σε δεκατρείς επισκέψεις του σε πρωτάθλημα και κύπελλο μετράει μόλις μία νίκη κι αυτή για το κύπελλο (0-1) πριν τρία χρόνια στις 9 Ιανουαρίου του 2014, με γκολ του Στέφανου Αθανασιάδη.
Από εκείνο το ««διπλό», ανήμερα των 45ων γενεθλίων του Αγγελου Αναστασιάδη, ο «Δικέφαλος» δεν έχει κερδίσει σε 14 αγώνες πρωταθλήματος. Έχει πετάξει στον «κάλαθο των αχρήστων» βαθμούς με κάθε τρόπο, σε κάθε γήπεδο (Καυτανζόγλειο ή Νέα Ευκαρπία) και δεν έχασε κάτι μόνο τις χρονιές που οι κυανόλευκοι βολόδερναν στα γήπεδα, είτε της Δ’ Εθνικής, είτε της Β’ Εθνικής.
Ακόμη και πέρσι όταν ο Ηρακλής επέστρεψε φουριόζος στα «μεγάλα σαλόνια», ο ΠΑΟΚ φρόντισε να τιμήσει την παράδοση «αυτοκτονώντας» και χάνοντας στο τέλος ένα δικό του ματς και αφήνοντας δύο πολύτιμους βαθμούς, με το 3-3 που διαμορφώθηκε με το γκολ του Μπαρτολίνι στην τελευταία φάση του αγώνα κι αφού λίγο πριν ο Μπερμπάτοφ είχε αστοχήσει σε πέναλτι.
Το θέμα μας, όμως, είναι ο τελευταίος ήρωας των ΠΑΟΚτσήδων. Το όνομα του Ζόλταν Κόβατς μνημονεύεται τόσα μα τόσα χρόνια, από τους λάτρεις του άσπρου και του μαύρου, αφού δύο δικά του γκολ «υπέγραψαν» την ανατροπή και τη νίκη του «Δικεφάλου» με 3-2.

Ο γεννημένος στη Βουδαπέστη, στις 24 Σεπτεμβρίου του 1973, Μαγυάρος επιθετικός, έμεινε και έπαιξε σχεδόν ελάχιστα στην Τούμπα. Επέστρεψε στην πατρίδα του, συνέχισε για σχεδόν μια δεκαετία να κλωτσάει και να στέλνει το τόπι στα αντίπαλα δίχτυα μέχρι που τον Δεκέμβριο του 2008 ανακοίνωσε την αποχώρηση από την ενεργό δράση με τελευταίο σταθμό την Γκιόρι ΕΤΟ ΦΚ.
Ο αθλητικός διευθυντής Ζόλταν Κόβατς
Ποδοσφαιρικό «παιδί» της Ουίπεστ λατρεύτηκε από τους οπαδούς της, που για χάρη του τραγουδούσαν στις κερκίδες του «Φέρεντς Σούζα» το «„Kovács Zoli lőjj egy gólt» («ο Ζόλταν Κόβατς, σουτάρει και σκοράρει) για πάρτη του.
Το 2009 η Ουίπεστ του εμπιστεύτηκε τις ακαδημίες της και λίγο αργότερα έγινε αθλητικός διευθυντής της ομάδας από τη Βουδαπέστη. Έφυγε το καλοκαίρι του 2011 και για μια τριετία άσκησε τα ίδια καθήκοντα στη Ντιόσγκιορι ΒΤΚ πριν επιστρέψει το 2014 στην Ουίπεστ, φύγει για την Σιόφοκ και αναλάβει, πλέον, την Βιντεότον.
Η δουλειά του Κόβατς αρχίζει να φαίνεται καθώς ομάδα από την πόλη του Σεκεσφεχερβάρ είναι στην πρώτη θέση, μετά από 20 αγωνιστικές, ισόβαθμη με τη Χόνβεντ στους 37 βαθμούς. Προπονητής είναι ο Νορβηγός Χένιννγκ Μπεργκ, πρώην αμυντικός, με καριέρα στην Μπλάκμπερν, κυρίως στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (μέλος της ομάδας που το 1999 έφτασε στο «treble») και τέλος στους Ρέιντζερς της Γλασκόβης.

Εκεί, αγωνίζεται ο πρώην ερυθρόλευκος Σέρβος επιθετικός, Μάρκο Σέποβιτς, αλλά και ο σπουδαίος συμπατριώτης του, Ντάνκο Λάζοβιτς, που για… «ένα φεγγάρι» πριν τρία χρόνια το όνομά του ήταν καθημερινά στο ρεπορτάζ του ΠΑΟΚ, καθώς ήταν ένας από τους μεγάλους μεταγραφικούς στόχους της εποχής!
Ο «Δικέφαλος» δεν μπόρεσε να πείσει ποτέ τον 34χρονο, σήμερα, Σέρβο φορ να ρίξει τις οικονομικές απαιτήσεις, οι εποχές που θα έδινε 2 εκατομμύρια ευρώ συμβόλαιο δεν είχαν φτάσει στην Τούμπα, αλλά όπως φαίνεται τον έπεισε ο Κόβατς με πολύ λιγότερα χρήματα, αφού η καριέρα του είχε πάρει την κατιούσα, να υπογράψει το περασμένο καλοκαίρι στη Βιντεότον.
Μπορεί να μην έμαθε ελληνικά, ωστόσο μιλάει αγγλικά και γαλλικά και ο ρόλος του αθλητικού διευθυντή προέκυψε στην πορεία, αφού πρωταρχικός στόχος του ήταν να δουλέψει με τα μικρά παιδιά.
Παραμένει ένα από τα σημαντικά ονόματα του ουγγρικού ποδοσφαίρου και ο ίδιος δηλώνει ότι απόλαυσε την καριέρα του, είτε παίζοντας εντός συνόρων, είτε στην Ελλάδα και στην Κίνα, πολύ πριν γίνει της… μόδας.
Ο… «Βαζέχα της Ουγγαρίας»!
Ο Μαγυάρος δεν ήταν ένας τυχαίος επιθετικός. Μόλις την προηγούμενη σεζόν με τη φανέλα της Ουίπεστ είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ του ουγγρικού πρωταθλήματος με 22 γκολ. Εμφανίστηκε στο προσκήνιο για τον ΠΑΟΚ το φθινόπωρο του 1997 και η «φτωχή» παραγωγικότητα μέχρι τότε (8 γκολ) αποτέλεσε αφορμή για αρνητικά σχόλια, με τους οπαδούς της ουγγρικής ομάδας να τον κατηγορούν ότι «είχε το μυαλό του στην Ελλάδα και πρόσεχε τα πόδια του για να πάει υγιείς στη Θεσσαλονίκη».
Ο βραχνάς των οικονομικών προβλημάτων, που μόλις είχε πρωτοεμφανιστεί στα πέριξ της Τούμπας, αποτέλεσε τη βασική αιτία για να τον αποκτήσει ο ΠΑΟΚ αρχικά για έξι μήνες. Η συμφωνία προέβλεπε τριετές συμβόλαιο, αλλά για να τον έκανε δικό του θα έπρεπε να καταβάλλει σχεδόν 200 εκατομμύρια δραχμές στην ουγγρική ομάδα.
Ας μη ξεχνάμε ότι αποτέλεσε τη μοναδική χειμερινή μεταγραφή της διοίκησης του Γιώργου Μπατατούδη, τον Ιανουάριο του 1998, αφού ο Αναστασιάδης απέρριπτε τους περισσότερους ποδοσφαιριστές, που του έφερνε η διοίκηση, όπως πχ. ένα Νιγηριανό αμυντικό ονόματι Τσου Νταβίντ!.

Ο αντιπρόεδρος της ΠΑΕ, Κώστας Ορφανός, ταξίδεψε στη Βουδαπέστη μαζί με τον Παναγιώτη Κερμανίδη, ο οποίος ήξερε τα κατατόπια, μεγαλωμένος επί ουγγρικού εδάφους γαρ, ολοκληρώνοντας το βράδυ της 9ης Δεκεμβρίου τη συμφωνία με την Ουίπεστ. Για το «ενοίκιο» των έξι μηνών, ο «Δικέφαλος» θα πλήρωνε 130 χιλιάδες δολάρια, περίπου 37 εκατομμύρια δραχμές.
Ο «Βαζέχα της Ουγγαρίας», όπως τον είχαν «βαπτίσει» οι εφημερίδες της εποχής, συμφώνησε να λαμβάνει 10 χιλιάδες δολάρια κάθε μήνα, ήρθε στην Τούμπα τον Ιανουάριο του 1998 κι άρχισε να σκοράρει με συνέπεια, έστω κι αν δεν ήταν ποτέ στις πρώτες επιλογές του Αγγελου Αναστασιάδη. Μια μέρα, μετά από εκείνο το «διπλό» στο Καυτανζόγλειο, ο Μαγυάρος επιθετικός δε δίστασε να δηλώσει πως «σε περίπτωση που δεν καταφέρω να γίνω βασικός στον ΠΑΟΚ, τότε δεν υπάρχει κανένα νόημα να συνεχίζω να κάθομαι στον πάγκο γι’ αυτό και θα φύγω».
Άλλωστε, όπως έλεγε, αυτός ήταν και ο λόγος που δεν μπήκε ποτέ στη διαδικασία να μάθει ελληνικά. «Κουτσά – στραβά» κάτι έπιανε το αφτί του από τις οδηγίες στις προπονήσεις, και παρότι για τους οπαδούς ήταν λαϊκός ήρωας δεν είχε στη Θεσσαλονίκη πολλές παρέες.
Αν οι τωρινοί ΠΑΟΚτσήδες έχουν για ίνδαλμα τον Αλεξάνταρ Πρίγιοβιτς πριν από δύο δεκαετίες, ο Ζόλταν Κόβατς είχε κάνει παρόμοιο ξεκίνημα. Σκόραρε στο πρώτο του παιχνίδι στην Τούμπα, στις 11 Ιανουαρίου του 1998. Και τι γκολ… Λυτρώνοντας τον ΠΑΟΚ στο τελευταίο λεπτό της αναμέτρησης με τον Αθηναϊκό μπροστά σε 15.000 κόσμο. Γκολ στο 2-2 με την Ξάνθη, βρήκε δίχτυα στο 1-1 με την Καλαμάτα και πέτυχε δύο τέρματα στο 2-3 με τον Ηρακλή.
Παραμένοντας ενεργό μέλος της εθνικής Ουγγαρίας είδε το όνομά του να κυκλοφορεί σε διάφορα μεταγραφικά σενάρια ακόμη και για την Μπουντσελίγκα (Αϊντραχτ Φρανκφούρτης), ωστόσο επέστρεψε στην Ουίπεστ, πέρασε δύο χρόνια στη Γαλλία και στη Σατορού πριν γίνει από τους πρώτους Ευρωπαίους ποδοσφαιριστές, οι οποίοι ακολούθησαν «το δρόμο του μεταξιού», αγωνιζόμενος και κατακτώντας το πρωτάθλημα στην Κίνα.
Αποχαιρέτησε τη Θεσσαλονίκη και τον ΠΑΟΚ στις 19 Μαΐου του 1998. Είχε προηγηθεί το εντυπωσιακό 0-5 στο Βύρωνα επί του Αθηναϊκού, όπου δεν αγωνίστηκε. και με την επιστροφή της ομάδας, ο Μαγυάρος παρέθεσε γεύμα στους συμπαίκτες του, με τον Πέρσι Ολιβάρες να μιλάει για το Μαγυάρο ποδοσφαιριστή και να εύχεται «κάποια στιγμή να βρεθούμε έστω κι ως αντίπαλοι σε κάποιο γήπεδο». Η ευχή του Περουβιανού δεν έγινε πράξη, αλλά ο Ζόλταν Κόβατς είχε μείνει ως ένα από τα καλά παιδιά, που πέρασαν από την Τούμπα.











