Το παρελθόν είναι φάρος, όχι λιμάνι

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος επιμένει ότι πριν μπει στο παρκέ για να αντιμετωπίσει τη Φενέρμπαχτσε, ο Παναθηναϊκός πρέπει πρώτα να αναμετρηθεί και να νικήσει το συναισθηματικό παιχνίδι κόντρα στον μύθο του Ομπράντοβιτς και τις πεποιθήσεις που γιαγαντώθηκαν τα 13 χρόνια της συνεργασίας τους.

Τα μαντάτα που έφτασαν από την Βιτόρια, εκεί γύρω στα μεσάνυχτα, επισκίασαν ό,τι τρελό και αλλόκοτο παρακολουθήσαμε για 20+20 λεπτά στο παρκέ του θρυλικού «Γιαντ Ελιάου» (κι ας το λένε όπως θέλουν πια) Τα -όποια-  συμπεράσματα βγήκαν από εκεί, ξεπεράστηκαν πολύ γρήγορα..

Είναι προφανές ότι  δεν ήταν  τόσο η επερχόμενη  μονομαχία του  Παναθηναϊκού με την Φενέρμπαχτσε στα play offs, όσο η έξαψη  που προκαλεί το συναπάντημα  με τον Ζέλιμιρ  Ομπράντοβιτς που  επισκίασε κάθε άλλο θέμα συζήτησης. Και θα το επισκιάζει σε επικίνδυνο  βαθμό, μέχρι να ξεκινήσει, όσο θα εξελίσσεται και μέχρι  να τελειώσει αυτή η σειρά που θα εκδώσει ένα πανάκριβο εισιτήριο για το final4 της Πόλης. Κατά σύμπτωση, το 2012 στην Πόλη, με τον Ομπράντοβιτς στον πάγκο ήταν η τελευταία εμφάνιση των «πρασίνων» σε αυτό το μεγάλο μπασκετικό ραντεβού. Έκτοτε μετράνε τέσσερις συνεχόμενες απουσίες.

Είναι λοιπόν κάποιες φορές που η πραγματικότητα ξεπερνάει κάθε φανταστικό σενάριο. Το είχε πει άλλωστε και ο αείμνηστος μετρ του είδους, Νίκος Φώσκολος το 2001 : «Αν έγραφα ποτέ ότι ένα αεροπλάνο θα  έπεφτε πάνω στους «δίδυμους πύργους» θα με έπιαναν στο ψιλό και θα έλεγαν ότι είμαι υπερβολικός. Τι λέτε τώρα;».

Η …πλάκα είναι ότι για να προκύψει αυτό το ζευγάρι, έβαλε το χεράκι του και ο Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, που λατρεύει τόσο τον Παναθηναϊκό και παραδέχεται τον Ομπράντοβιτς. Γιατί  αποκλείεται η Μπασκόνια (η οποία πρόβαλε ως πιθανότερη αντίπαλος του «τριφυλλιού» μέχρι τις 10 το βράδυ,  να …κάθισε να χάσει στην έδρα της  από την Ζαλγκίρις γιατί διάλεξε  να συναντήσει στο δρόμο της την ΤΣΣΚΑ ή την Ρεάλ Μ.

Πέρα λοιπόν από το αναμφισβήτητο, ότι δηλαδή  μιλάμε για ένα  σπουδαίο ζευγάρι, είναι  προφανές ότι την κόντρα Παναθηναϊκού-Φενέρμπαχτσε  μπορεί να την προσεγγίσει κανείς με πολλούς τρόπους και μέσα από διαφορετικές διαστάσεις. Κυρίως όμως, δυο:  την λογική (αγωνιστική)  και την συναισθηματική.  

Η  λογική, βασίζεται στο παρόν και  οδηγεί  ξεκάθαρα στο συμπέρασμα ότι ο Παναθηναϊκός, με την εικόνα που βγάζει τον τελευταίο καιρό και πιο συγκεκριμένα  από την ημέρα που επέστρεψε ο Γκιστ , κατέκτησε δίκαια και καθαρά το μεγάλο αυτό πλεονέκτημα, ώστε  να διεκδικήσει την πρόκριση στην αποδεδειγμένα  πανίσχυρης έδρα του. Και είναι το μεγάλο φαβορί απέναντι στην Φενέρμπαχτσε η οποία , την  ίδια ώρα , με τα προβλήματα και τις εμφανίσεις της, επ’ ουδενί δεν  έπειθε ότι είναι σε καλύτερη κατάσταση ούτε από την Μπασκόνια, ούτε από την Εφές. Για την ακρίβεια , τον τελευταίο καιρό …πάει και δεν πάει.

Από την άλλη,  είναι το συναίσθημα και τα παρελκόμενα του που εκπορεύονται από το παρελθόν,μπαίνουν  στην εξίσωση και ενδεχομένως να οξύνουν την όποια ανασφάλεια ή να ενισχύουν  τις όποιες  αμφιβολίες. Πρώτα και πάνω απ’ όλα η παρουσία στον πάγκο των απέναντι,  του μεγάλου Ζέλιμιρ  Ομπράντοβιτς των 9 πρωταθλητριών με τέσσερις διαφορετικές ομάδες. Μετά,  η πάγια και διαρκής , αλλά ανεπιβεβαίωτη ακόμη,  υποψία ότι οι Τούρκοι θα «σπρώξουν» την ομάδα τους. Επίσης,  η αίσθηση ότι στην κόντρα  θα βρεθεί  ένα γκρουπ που πέρυσι έφτασε ένα follow (του Χριάπα) μακριά από τον θρίαμβο με κάποιους πανάκριβους και ποιοτικούς παίκτες οι οποίοι έχουν τα φόντα να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και να υλοποιήσουν το στόχο τους.

Από μακριά λοιπόν μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι η μεγαλύτερη παγίδα που μπορεί να αντιμετωπίσει   ο τωρινός  Παναθηναϊκός σε αυτή τη σειρά,που έχει εμπρος του, είναι να χωθεί μέσα σε αυτό ψυχολογικό και  συναισθηματικό αυτό τρυπάκι, το οποίο μπορεί να του προκαλέσει  από δυστακτικότητα μέχρι και υποσυνείδητο φόβο, Φόβο από τον  οποίο η μόνη που μπορεί να ωφεληθεί είναι η τουρκική ομάδα.

Πόσο εύκολο είναι να αποφύγει να μπλέξει σε αυτόν τον κυκεώνα; θα ρωτήσει κανείς. Η απάντηση είναι τόσο απλή, όσο και οι συμβουλές των ψυχολόγων που τις έχουμε για εύκολες και  τις μοιράζουμε  δεξιά και αριστερά: Ο μόνος τρόπος να νικήσεις τον «φόβο» σου είναι να τον αντιμετωπίσεις. Και χρησιμοποιώ τον συγκεκριμένο «όρο» (φόβος) γιατί δεν μπορώ να προσεγγίσω αλλιώς την αγωνία που εισέπραττα  από  Παναθηναϊκούς που εύχονταν να το γυρίσει το ματσάκι  η Μπασκόνια για να μην  βρουν μπροστά τους τη Φενέρ.

Αντιλαμβάνεστε ότι το μεγαλύτερο ζόρι που τράβαγαν ήταν εξαιτίας του «Ζοτς» και της αύρας του. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, ομολογώ ότι  είναι δύσκολο,  να αντιμετωπίσει κανείς, ως κοινό θνητό έναν προπονητή, ακόμη και αν πρόκειται για τον κορυφαίο της σύγχρονης εποχής , από τη στιγμή που ο ίδιος –τόσα χρόνια-  του  απέδιδε υπερφυσικές  ικανότητες. Έναν προπονητή τον οποίο  επί 13 χρόνια  καθαγίαζε ακόμη και στα λάθη του. Έναν προπονητή ο οποίος  «δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει αν δεν  ήθελε αυτός».  Πώς να αμφισβητηθούν , μέσα σε δέκα μέρες τόσες υπερβολές, τόσες πεποιθήσεις που έχουν περάσει πια στην ιστορία ως βεβαιότητες;

Υπό μια έννοια, το καλό είναι ότι ο Ομπράντοβιτς, από τους παίκτες που θα αντιμετωπίσει, έχει κοουτσάρει στον Παναθηναϊκό μόνο τον Καλάθη,  που είναι στην κοσμάρα του (με την καλή έννοια) και τον Φώτση , που παίζει ελάχιστα. Όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι και τόσο εύκολο να αυθυποβληθούν αν δεν τους το περάσει  η περιρρέουσα  ατμόσφαιρα. Επίσης ότι ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, πέρα από τον αναμφισβήτητο σεβασμό που του έχει, δεν έχει ξεχάσει ότι προτίμησε να μη συνεργαστεί μαζί του, όταν πια έφυγαν από την πρώτη γραμμή ο πατέρας του, Παύλος, και ο θείος του, Θανάσης, ανέλαβε τα ηνία και χαμήλωσε το μπάτζετ. Ο Πασκουάλ, έχει ζήσει τη διοργάνωση και από την καλή και από την ανάποδη κι έχει τη δική του ρουτίνα.

Και μένει ο κόσμος, ο οποίος έχει το δύσκολο έργο να απονευρώσει τα αισθήματά του και να συνειδητοποιήσει ότι για να γιγαντωθεί ο μύθος του Ζοτς, έβαλε το χέρι του και ο ίδιος ο Παναθηναϊκός , μέσα από τις συνθήκες  (αγωνιστικές και εξωαγωνιστικές)  που του παρείχε, ως ένα  κλαμπ  το οποίο αποκτούσε   την αφρόκρεμα της ελληνικής αγοράς  και  (συνήθως) ό,τι καλύτερο κυκλοφορούσε σε διεθνές επίπεδο. Ήταν μια τίμια συναλλαγή , η οποία εξελίχθηκε κυρίως   μέσα από την απλή λογική  της φράσης: κράτα με να σε κρατώ να ανεβούμε στο βουνό. Ήταν επίσης και μια σχέση  λατρείας, η οποία  κάποια στιγμή άρχισε να κινείται κάπου στα όρια μεταξύ  της παθολογικής εξάρτησης και της  «αιχμαλωσίας» η οποία κάθε άλλο παρά  τους ορίζοντες  προς το μέλλον κρατούσε ανοικτούς. Κι αν είναι η ώρα να αντιμετωπιστεί , ο πιο ασφαλής τρόπος είναι αυτός της  συνειδητής απεξάρτησης και όχι της αμνησίας.Όπως γράφει κι ένα σύνθημα στους τοίχους:»Μπροστά δεν ξέρω τι θα βρω, μα πίσω δεν γυρίζω»

 

Πηγή: gazzeta.gr