Το απρόβλεπτο της φύσης του ποδοσφαίρου είναι ένα από τα βασικά συστατικά της συνταγής που το κάνουν αυτό που είναι, το θέαμα με την μεγαλύτερη απήχηση στον πλανήτη. Γι’ αυτό και είναι μάταιο να επιχειρεί κανείς μέσα από επιστημονική ανάλυση να εξηγήσει τα ανεξήγητα, δηλαδή τα τυχαία και συμπτωματικά, αυτά που συμβαίνουν όταν μια δερμάτινη μπάλα 410+ γραμμαρίων, περιφέρειας 70 εκατοστών αφήνει ένα άγγιγμα να της ορίσει, να της αλλάξει την πορεία και να την στείλει τόσες φορές στα δίχτυα μέχρι να συμβεί αυτό που συνέβη το βράδυ της Τετάρτης στο Καμπ Νόου, δηλαδή κάτι που στο Champions League δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ.
Ουδείς μπορεί, ούτε οι πρωταγωνιστές, να εξηγήσει με ακρίβεια πώς και γιατί συνέβη αυτό που μέχρι χθες ο εγκέφαλος δεν είχε κληθεί να επεξεργαστεί. Αλλωστε αυτή είναι μια συζήτηση κατά της οποίας την εξέλιξη οι συζητητές θα χαθούν, δεδομένου ότι θα μπλέξουν με ένα σωρό από σημαντικές παραμέτρους, με πιο “πιασάρικη” αυτή που αφορά την επιρροή που είχαν στην εξέλιξη και την κατάληξη του παιχνιδιού οι διαιτητές. Κάθε μια από τις διαστάσεις αυτού που είδαν χθες τα μάτια μας έχει την αξία και την σημασία της. Σε αυτό το σημείωμα εστιάζω μόνο στο πώς και ποιοι φρόντισαν για να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να συμβεί το απρόβλεπτο. Τη μεγαλύτερη επιρροή στην δημιουργία των συνθηκών στη διπλή παρτίδα της Μπαρτσελόνα με την Παρί Σεν Ζερμέν την είχαν δύο περίπου συνομήλικοι Ισπανοί προπονητές, ο Λουίς Ενρίκε και ο Ουνάι Εμερι. Δύο άνθρωποι που έχουν από χθες κληρονομήσει για να διηγούνται μια από τις πιο ξεχωριστές ιστορίες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, την ιστορία του πιο δραματικού αγώνα νοκ άουτ στην ιστορία του Champions League. Πέρα από όλα τα άλλα όμως αυτοί οι δύο προπονητές δημιούργησαν ένα παράδειγμα που θα χρησιμοποιείται ως διδακτέα ύλη στους φοιτητές της προπονητικής, του μάνατζμεντ, της ηγεσίας.
Στο Παρίσι τον νικητή τον αποφάσισε η διαφορά που υπήρξε στην ψυχική και πνευματική προετοιμασία των δύο ομάδων. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβη, κι είναι βέβαιο ότι θα ξανασυμβεί ανάμεσα σε δύο ομάδες που δεν τις χωρίζει μεγάλη απόσταση σε ποιότητα και χρηματιστηριακή αξία του ρόστερ να αποδειχθούν τα συναισθήματα και τα κίνητρα το συγκριτικό πλεονέκτημα που θα κρίνει τον νικητή. Κι επειδή συμβαίνει στα σπορ οι ομάδες να είναι, στο μυαλό και το πνεύμα, η αντανάκλαση του προπονητή, στο Παρίσι η Παρί έβγαλε στο τερέν την λαχτάρα και την δίψα ενός προπονητή που βρισκόταν σε δύσκολη θέση λόγω της κριτικής στάσης που κρατούσε απέναντί του ο οργανισμός και η κοινωνία του συλλόγου, μαζί με την πίστη που είχε στις δυνατότητες της ομάδας του και στο σχέδιο που είχε εκπονήσει για το παιχνίδι. Στο ίδιο τερέν η Μπάρτσα έβγαλε τη θολούρα που επικρατούσε εκείνες τις ημέρες στο μυαλό ενός κουρασμένου και φθαρμένου από την επαγγελματική ζωή με τόσο υψηλές απαιτήσεις, ο οποίος τον καιρό εκείνο ξόδευε το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς του πάνω στη σκέψη σχετικά με την απόφαση που όφειλε να λάβει σχετικά με το αν θα συνεχίσει ή όχι να ηγείται της Μπαρτσελόνα.
Οι ποδοσφαιριστές της Παρί παρακινήθηκαν αποτελεσματικά από έναν προπονητή που πίστευε πολύ στη νίκη και είχε ξοδέψει όλη του την ενέργεια σε μια προσπάθεια να εκπονήσει το ιδανικό αγωνιστικό πλάνο, το οποίο δούλεψε με όλη του την συγκέντρωση κατά την εξέλιξη του αγώνα προκειμένου να το τελειοποιήσει. Η εικόνα της Μπάρτσα στο Παρίσι φώναζε ότι αυτή είχε πάει απροετοίμαστη, ψυχικά και πνευματικά, στο παιχνίδι, δηλαδή ότι είχε ταξιδέψει για να κάνει ακόμη ένα βραδινό μεροκάματο της επαγγελματικής ρουτίνας των ποδοσφαιριστών της. Και την κύρια ευθύνη για αυτό έφερε ο Λουίς Ενρίκε, που αποδείχθηκε αναποτελεσματικός για τον επιπλέον λόγο ότι δεν κατάφερε να διαχειριστεί ορθά το παιχνίδι ούτε κατά την εξέλιξή του με συνέπεια να μη βρει λειτουργικό σχέδιο προκειμένου να επηρεάσει το ματς στον βαθμό που να δώσει στους ποδοσφαιριστές του ευκαιρίες για να σκοράρουν. Ο άδειος ψυχικά Λουίς Ενρίκε παρουσίασε μια Μπάρτσα αδειανή από κίνητρα και το πλήρωσε με την πιο βαριά ήττα της προπονητικής ζωής του στο Champions League.
“Η δουλειά των προπονητών είναι να φέρνουμε τους ποδοσφαιριστές μέσα στην αντίπαλη μεγάλη περιοχή, έως και μπροστά από την εστία. Εκεί μιλά μόνο το ταλέντο, η θέληση, το πνεύμα, η συγκέντρωση, η ποιότητα, η εμπειρία των ποδοσφαιριστών, όχι η δουλειά του προπονητή”, είναι ένα από τα βασικά δόγματα της αντίληψης του Πεπ Γκουαρδιόλα για την ευθύνη του προπονητή και τα όρια επιρροής του στο ποδοσφαιρικό παιχνίδι. Αυτή τη δουλειά την προετοίμασε και την εκτέλεσε άψογα σε όλους τους τομείς ο Εμερι. Σε αυτή τη δουλειά απέτυχε παταγωδώς, όπως εκείνο το βράδυ αποδείχθηκε, ο Λουίς Ενρίκε. Γι’ αυτό και η λήξη του παιχνιδιού τον βρήκε να δηλώνει, ανάμεσα σε άλλα, ότι “αυτό το παιχνίδι και αυτές τις εικόνες θα τα ξαναζώ κάθε βράδυ στο μυαλό μου για τον επόμενο έναν μήνα”.
Τι άλλαξε από το βράδυ της 14ης Φεβρουαρίου μέχρι το βράδυ της 8ης Μαρτίου; Τι πρόλαβε να συμβεί στα 24 βράδια που μεσολάβησαν μέχρι το χθεσινό; Ο Λουίς Ενρίκε ανακοίνωσε την απόφασή του να αποχωρήσει το ερχόμενο καλοκαίρι από την Μπαρτσελόνα. Το έκανε πολύ προτού εκπνεύσει η προθεσμία που του είχε δώσει η διοίκηση, δηλαδή περίπου έναν μήνα νωρίτερα, και οι δημοσιογράφοι που τον παρακολουθούν καθημερινά από το καλοκαίρι του 2014 εκτίμησαν ότι διάλεξε τη στιγμή ακριβώς επειδή εκτίμησε ότι αυτή θα αποδεικνυόταν ένας σημαντικός παράγοντας παρακίνησης των ποδοσφαιριστών του: το κίνητρο να παίξουν και για αυτόν, δηλαδή για να τον αποχαιρετήσουν όπως του αξίζει, για όσα έχουν ζήσει μαζί του, στην διεθνή σκηνή του ποδοσφαίρου. Ο Λουίς Ενρίκε όμως δεν έμεινε σε αυτό, δεν κάθισε να περιμένει από αυτό το τρικ να του κάνει όλη τη δουλειά. Οπως ο ίδιος σχολίασε την παραμονή του αγώνα, δούλεψε στην προετοιμασία αυτού του παιχνιδιού με το επιτελείο του όσο δεν είχε δουλέψει ποτέ πάνω στην προετοιμασία ενός αγώνα. Ο τρόπος της Μπάρτσα στη ρεβάνς του Καμπ Νόου δεν είχε καμιά σχέση με τον τρόπο της στο Παρίσι. Και δεν ήταν μόνο τα ρίσκα που πήρε, κάνοντας επιθέσεις με 10 ποδοσφαιριστές ή πιέζοντας ασφυκτικά μέχρι τον τερματοφύλακα την Παρί την ώρα που κρατούσε ακόμη και τους τελευταίους αμυντικούς του στα όρια της σέντρας του γηπέδου για να κλείσει κάθε πάσα στον κάτοχο της μπάλας. Ηταν η αλλαγή στον σχηματισμό (3-3-1-3), η διαφορετική θέση του Μέσι, η επιλογή να γεμίσει τον κεντρικό άξονα του γηπέδου με μεσοεπιθετικούς, ήταν η προσπάθειά του να επηρεάσει το παιχνίδι δημιουργώντας νέες εκπλήξεις για τον αντίπαλό του ακόμη και στο “νεκρό” διάστημα της Μπάρτσα, δηλαδή στο 62′-88”, όταν οι ποδοσφαιριστές του έμοιαζαν να έχουν αδειάσει ψυχικά μετά το γκολ του Καβάνι και μέχρι να έρθει το φάουλ γκολ του Νέιμαρ. Ο Λουίς Ενρίκε έφτασε σε 25 ημέρες από το χειρότερο στο καλύτερο ματς της καριέρας του στη Μπάρτσα.
Τι συνέβαινε στον Ουνάι Εμερι στο μεσοδιάστημα των 24 ημερών μέχρι τη ρεβάνς; Οπως αποδείχθηκε από την αρχική στάση της Παρί στο Καμπ Νου, δεν ήταν ότι ο Ισπανός προπονητής κοιμήθηκε πάνω στο μαξιλάρι του 4-0 και πιάστηκε στον ύπνο. Συνέβη το ακριβώς αντίθετο: ένας προπονητής “μαθημένος” να χάνει στην έδρα της Μπάρτσα προετοιμάστηκε με αυτή τη συνείδηση και ταξίδεψε με αυτό τον φόβο, ότι μπορεί να του συμβεί το κακό. Δεν είχε το θάρρος για μια πιο θαρραλέα, επιθετική προσέγγιση στο ματς. Και όπως αποδείχθηκε, δεν είχε κατορθώσει ούτε να βρει το καθαρό κεφάλι για να ετοιμάσει ένα αποτελεσματικό αγωνιστικό σχέδιο, δεδομένου ότι δεν έσπασε ποτέ το πολυπρόσωπο πρέσινγκ της Μπάρτσα. Μπορεί να του συνέβη επειδή δεν βρήκε τον τρόπο να απαλλαγεί από τον εκνευρισμό, που του προκαλεί η έντονη κριτική στη Γαλλία επειδή βλέπει την πλάτη της κατά πολύ φθηνότερης Μονακό στο πρωτάθλημα, ώστε να αφοσιωθεί στην προετοιμασία της ρεβάνς. Μπορεί να του συνέβη και επειδή το επίπεδο της σχέσης και της επικοινωνίας που έχει προλάβει να οικοδομήσει με το ρόστερ του στους πρώτους 7 μήνες της ζωής του στο Παρίσι δεν έχει φτάσει στο επίπεδο που να του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται εγκαίρως ότι οι ποδοσφαιριστές του δεν έχουν συγκεντρωθεί όσο πρέπει στην ψυχική και πνευματική προετοιμασία για ένα παιχνίδι. Ο,τι και αν του συνέβη πάντως δεν τον βοήθησε να καθοδηγήσει αποτελεσματικά την Παρί στο Καμπ Νόου. Το βράδυ της Τρίτης ο Εμερι έκανε καλύτερη δουλειά από αυτή που είχε κάνει ο Ενρίκε στο πρώτο παιχνίδι. Η Παρί πέτυχε ένα γκολ και έφτιαξε ακόμη τρεις καλές ευκαιρίες για να “τελειώσει” την κουβέντα. Το γεγονός όμως ότι στα τελευταία 7′ λεπτά οι ποδοσφαιριστές του κατάφεραν να ολοκληρώσουν εύστοχα μόνο τέσσερις πάσες (έκαναν άλλες τέσσερις πάσες σε παίκτη της Μπάρτσα και έστειλαν ακόμη δύο φορές την μπάλα εκτός τερέν σε, όλες κι όλες, 10 επαφές με τη μπάλα), οι τρεις εκ των οποίων ήταν αυτές στη σέντρα μετά από κάθε γκολ που δέχθηκαν αποδεικνύει ότι ο στρατηγός και το στράτευμα υποχώρησαν άτακτα επειδή έχασαν την γη κάτω από τα πόδια τους και πίστεψαν ότι θα τους συμβεί το μοιραίο.
“Κάποιος που νιώθει ότι τα έχει χάσει όλα μπορεί να γίνει επικίνδυνος”, είπε προειδοποιήσει την παραμονή του ιστορικής ρεβάνς ο Αντρές Ινιέστα. Ο θυμός των σούπερ σταρς της Μπάρτσα για την ιστορική 4αρα του Παρισιού ήταν η καλύτερη βάση για να χτίσει ο Λουίς Ενρίκε το αγωνιστικό πλάνο του και να καθοδηγήσει τους φορτισμένους συναισθηματικά ποδοσφαιριστές του. Ο Ενρίκε πέτυχε αυτό που είχε υποσχεθεί και προαναγγείλει, το “να ζήσουμε μια φάση του παιχνιδιού κατά την οποία θα έχουμε φτάσει κοντά στην ανατροπή”. Εφτασε στο 3-0, αλλά δεν άδειασε όταν του συνέβη το 3-1. Η λύσσα και η φλόγα των πρώτων 60′ λεπτών είχαν χαθεί από την όψη του, αλλά ο Ισπανός προπονητής δεν έπαψε να προσπαθεί, επειδή έπαιζε τα ρέστα του, δηλαδή την τελευταία παρτίδα Champions League από τον πάγκο της Μπάρτσα κι ήθελε να φύγει περήφανος για την προσπάθειά του. Ο Λουίς Ενρίκε βρήκε προφανώς πολύ περισσότερα κίνητρα για να εμπνεύσει πρώτα το πληγωμένο “εγώ” του και μετά τα “εγώ” των ποδοσφαιριστών του. Ο Ουνάι Εμερι είχε κίνητρα, αλλά δεν είχε το θάρρος, το πνεύμα και το καθαρό κεφάλι που απαίτησε η εξέλιξη αυτού του παιχνιδιού. Κι εκείνος τώρα δεν έχει την δεύτερη ευκαιρία μιας ρεβάνς. Και είναι πολύ πιθανό αυτό το παιχνίδι να αποφάσισε για το μέλλον του στο Παρίσι, δηλαδή να του στερήσει την 2η ευκαιρία στο Champions League με την Παρί.
Υποσημείωση: Δεν θα άλλαζα λέξη στο κείμενό μου αν ο διαιτητής δεν είχε εφεύρει το πέναλτι που έδωσε στον Νέιμαρ την ευκαιρία του 5-1. Θα έγραφα ακριβώς τα ίδια για να εξηγήσω αυτό που είχαμε ζήσει στα πρώτα 61′ λεπτά της χθεσινής ρεβάνς, διότι αυτό που πραγματεύομαι είναι μόνο το κομμάτι της κουβέντας που αφορά την δουλειά και την επιρροή των προπονητών στις δύο ομάδες, δηλαδή το πώς προκάλεσε την τύχη του ο Ενρίκε και πώς έπαιξε με την κακή τύχη του ο Εμερι. Προσπαθώ να εξηγήσω πώς ο προπονητής της Μπαρτσελόνα κατάφερε να δείξει συνέπεια λόγων και πράξεων, φτάνοντας το ματς στην “γίνεται” φάση του 3-0, και πώς ο προπονητής της Παρί φλέρταρε από την αρχή μέχρι το τέλος με αυτό που τελικά του συνέβη, την πιο βαριά και σκληρή ήττα της ζωής του. Το πώς και το γιατί που κρύβεται πίσω από τη διαπίστωση ότι μέσα σερ 25 ημέρες δύο προπονητές ακολούθησαν αντίθετες πορείες από την κόλαση στον παράδεισο του ποδοσφαίρου. Θα τελειώσω όπως άρχισα: όλα τα υπόλοιπα είναι σχετικά με το απρόβλεπτο της φύσης του ποδοσφαίρου, που είναι αυτό που συχνά αποφασίζει τον νικητή και τον ηττημένο και κάνει, σε αυτό το επίπεδο του ποδοσφαίρου, τη διαφορά. Ενα σφαιρικό αντικείμενο βάρους 410+ γραμμαρίων χτυπά σε ένα ή περισσότερα σημεία του σώματος, σε ένα ή περισσότερα σώματα και καταλήγει στα δίχτυα.











