O Έλληνας μετανάστης που βγήκε Ευρώπη με την Τζουργκάρντεν!

Ο Νίκος Γκούλιος έφυγε από την Ελλάδα αναζητώντας μια διαφορετική ζωή και το όνομά του συνδέθηκε περισσότερο από κάθε άλλου με την επιστροφή της Τζουργκάρντεν στην Ευρώπη! Ο Έλληνας προπονητής τερματοφυλάκων διηγείται στο gazzetta.gr την ιστορία του.

Τον Σεπτέμβριο του 2011, η ΑΕΛ ανακοίνωνε τον προβιβασμό του Νίκου Γκούλιου από την ομάδα των Νέων σε αυτή των Ανδρών, σε ρόλο προπονητή τερματοφυλάκων. Η δουλειά του με τους νέους εντυπωσίασε τον Ουαλό Κρις Κόουλμαν, ο οποίος του έδωσε το χρίσμα. Λιγότερο από έναν χρόνο μετά, οι βυσσινί ολοκλήρωσαν την συνεργασία μαζί τους, κατόπιν επιθυμίας του ίδιου. Τα ίχνη του στη συνέχεια χάθηκαν από το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Έχοντας απηυδήσει από την γενικότερη κατάσταση στην Ελλάδα, ο παλαίμαχος γκολκίπερ (φόρεσε τη φανέλα της ΑΕΛ για μια εξαετία) αποφάσισε να φύγει από τη χώρα, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι η επαγγελματική του ενασχόληση με το ποδόσφαιρο θα ήταν κάτι παραπάνω από αμφίβολη. Προορισμός η Σουηδία, χώρα στην οποία γεννήθηκε μεγάλωσε η σύζυγός του.

Ο Γκούλιος, πατέρας τριών παιδιών, έκανε λοιπόν νέα αρχή στη Στοκχόλμη, όπου εργαζόταν ως συνοδός Ατόμων με Αναπηρία, καθώς και οδηγός ταξί για ΑΜΕΑ. Παράλληλα όμως το μεράκι του για το ποδόσφαιρο από το πόστο του προπονητή τερματοφυλάκων δεν μπορούσε να τον κρατήσει εκτός γηπέδων. Έτσι, στέγασε αρχικά το πάθος του στην Φρέι, η οποία έπαιζε στην τρίτη εθνική. Ερασιτεχνικό σωματείο, όπου όμως ανέβηκε αμέσως στην δεύτερη κατηγορία και μαζί με των υπολοίπων, ξεκίνησε να ακούγεται και το όνομα του Γκούλιου. Και η ομάδα που τελικά αποφάσισε να τον εμπιστευτεί είναι στο top-3 της χώρας!

Οι άνθρωποι της Τζουργκάρντεν, η οποία έχει 11 πρωταθλήματα και 4 Κύπελλα, έμαθαν γι’ αυτόν, τον προσέγγισαν και του έδωσαν τη δυνατότητα να επιλέξει αν θέλει να υπογράψει εξάμηνη σύμβαση, με την λογική του να γνωριστούν και να δουν και οι δύο πλευρές αν η συνεργασία μπορεί να συνεχιστεί, ή κανονικό συμβόλαιο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ο Έλληνας τεχνικός προτίμησε την πρώτη λύση, θέλοντας να τους δείξει τη δουλειά του πριν σταθεροποιήσει την συνεργασία τους. Και οι διοικούντες στη συνέχεια δεν του έδωσαν μονοετές ή διετές, αλλά αορίστου σύμβαση! 

Η δουλειά του στη Τζουργκάρντεν συνδυάστηκε με την επιστροφή ενός Σουηδού θρύλου κάτω από τα δοκάρια, του Αντρέας Ίσακσον. Με εκείνον-φύλακα άγγελο η η Blåränderna επέστρεψε στην Ευρώπη έπειτα από 9 ολόκληρα χρόνια, έχοντας ολοκληρώσει επιτυχώς την προσπάθεια ανανέωσής της και με μέσο όρο εισιτηρίων τις 17.000. Και η διοίκηση, μετά από μια τόσο σημαντική επιτυχία, αποφάσισε να του απονείμει το βραβείο του leader της σεζόν, του μέλους του τεχνικού τιμ που πίστεψαν ότι είχε την σημαντικότερη συμβολή στην γενική πορεία της ομάδας! 

Η ιστορία του Γκούλιου μοιάζει βγαλμένη από ταινία και ο ίδιος μιλάει στο gazzetta.gr για την απίθανη πορεία και τα όσα συνάντησε στην Σκανδιναβία, καθώς και για τα απλά εκείνα στοιχεία που εξασφαλίζουν ένα εντελώς διαφορετικό ποδόσφαιρο.

Πώς αποφάσισες να φύγεις από την ΑΕΛ για την Σουηδία;

«Αποφασίσαμε να φύγουμε οικογενειακώς για την Σουηδία τον Ιούλιο του 2013, βλέποντας ότι η κατάσταση στην πατρίδα χειροτέρευε συνεχώς. Η γυναίκα μου είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Σουηδία, οπότε η απόφαση μας έγινε ακόμη πιο εύκολη».

Πηγαίνοντας στη Σουηδία ξεκίνησες να δουλεύεις εκτός ποδοσφαίρου. Ήταν στο μυαλό σου πάντα να προσπαθήσεις για να φτάσεις στην πρώτη κατηγορία;

«Όταν έφτασα Σουηδία έκανα αρκετές δουλειές παράλληλα με το ποδόσφαιρο. Όταν ξεκίνησα στο IK Φρέι  ήταν στην Γ εθνική και καταφέραμε να ανέβουμε την πρώτη κιόλας χρόνια στην Superettan  ( β Εθνική) . Τα χρήματα που κέρδιζα από το ποδόσφαιρο δεν ήταν αρκετά ώστε να μην χρειαστώ να κάνω και άλλη δουλειά. Σίγουρα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ήταν να δουλέψω στο υψηλότερο επίπεδο κάποια στιγμή».

Πόσο δύσκολο είναι να κάνει κάποιος νέα αρχή σε μια ξένη χώρα στο ποδόσφαιρο;

«Είναι αρκετά δύσκολο.  Δυστυχώς προερχόμαστε από την Ελλάδα η οποία ποδοσφαιρικά δεν ανήκει στην ελίτ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Οπότε υπάρχει μια διστακτικότητα στην αρχή για να σε εμπιστευτούν. Όταν όμως δείξεις τις ικανότητες σου υπάρχει αξιοκρατία σε όλα τα επίπεδα

Πώς έκανες τη μετάβαση από την Φρέι στην Τζουργκάρντεν, μια ομάδα που ανήκει στο top-3 της χώρας; 

«Με το τέλος της περσινής χρονιάς  (Νοέμβριο 2016) ο τεχνικός διευθυντής της Τζουργκάρντεν με κάλεσε για συνέντευξη αφού η θέση του προπονητή τερματοφυλάκων είχε μείνει κενή. Είχε αλιεύσει πληροφορίες για το άτομο μου και από ό,τι φαίνεται τον έπεισα και με αυτά που άκουσε κατά την διάρκεια της συνέντευξης».

Σε εργασιακό επίπεδο, πόσο διαφορετική είναι η δουλειά σου εκεί σε σχέση με την Ελλάδα;

«Η ομάδα λειτουργεί σε καθαρά επαγγελματικά πρότυπα. Οικονομικά τα πάντα είναι τακτοποιημένα ,ενώ η συμπεριφορά της ομάδας απέναντι μας ξεπερνά τα καθαρά επαγγελματικά όρια, αφού τους ενδιαφέρει να είμαστε καλά και σε προσωπικό επίπεδο».

 

Στη φετινή εκπληκτική πορεία είχατε κάτω από τα δοκάρια έναν τερματοφύλακα τεράστιου μεγέθους, για τη Σουηδία. Τον Ίσακσον. Πώς ήταν η συνεργασία σας;

«Ο Iσακσον  είναι ένας ζωντανός θρύλος για το σουηδικό ποδόσφαιρο και απολαμβάνει καθολικής εκτίμησης. Η συνεργασία μας κύλησε σε πολύ καλά επίπεδα και υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός!»

Φέτος καταφέρατε στην επιστροφή στην Ευρώπη, με έναν προπονητή που οδήγησε την Εσκιλστούνα στην πρώτη κατηγορία μέσα σε τρία χρόνια. Είδαμε κάτι ανάλογο με την Έστερσουντ. Είναι η κουλτούρα των Σουηδών, όσον αφορά την στήριξη στον προπονητή και το περιθώριο να χτίσει κάτι, εντελώς διαφορετική από αυτό που είχες συνηθίσει στην Ελλάδα;

«Όπως είπα και πριν αν οι Σουηδοί δούμε κάποιες ικανότητες και όρεξη για δουλειά σου δίνουν άμεσα ευκαιρία να δουλέψεις σε υψηλό επίπεδο. Το ίδιο ακριβώς έγινε και με τον προπονητή της ομάδας μου, Εζκάν Μελκεμίκελ. Νομίζω ότι τους δικαίωσε απόλυτα με την δουλειά που παρουσίασε αλλά και με τα αποτελέσματα αφού η ομάδα βγήκε στην Ευρώπη μετά το 2008».

Εκτός από την φετινή ομαδική διάκριση, φέτος είχες και μια ατομική, ένα βραβείο αναγνώρισης της διοίκησης προς το πρόσωπό σου. Πώς αισθάνθηκες γι’ αυτό, είναι μια δικαίωση για την επιμονή και τη δουλειά σου;

«Μου δώσανε το βραβείο του leader της σεζόν. Του μέλους του τεχνικού τιμ που πίστεψαν ότι είχε την θετικότερη συμβολή στην γενική καλή πορεία της ομάδας! Σίγουρα αποτελεί μεγάλη τιμή για μένα…».

Τι σου αρέσει περισσότερο από το σουηδικό ποδόσφαιρο και τι λιγότερο;

«Δεν υπάρχει κάτι που να μην μου αρέσει στο Σουηδικό ποδόσφαιρο. Είναι μια λίγκα που ανεβαίνει συνεχώς με πολύ καλές εγκαταστάσεις (γήπεδα, προπονητικά κέντρα) , με μετακινήσεις οπαδών και με συνεχές εναλλαγές στον νικητή της Λίγκας». 

Περίμενες να προχωρήσει στην Ευρώπη η Έστερσουντ αντί του ΠΑΟΚ; Ένιωσες ότι είχε υποτιμηθεί εδώ η ομάδα του Πότερ; 

 «Γνώριζα ότι η Έστερσουντ είναι μια πολύ καλή ομάδα και είχα πει ότι ο ΠΑΟΚ θα έπρεπε να μην την υποτιμήσει. Δυστυχώς όμως αυτό δεν έγινε. Η Έστερσουντ έδειξε με την περαιτέρω πορεία της ότι μόνο τυχαία ομάδα δεν είναι!» 

Ο Κρις Κόουλμαν ήταν εκείνος που σε ανέβασε στην πρώτη ομάδα της ΑΕΛ. Πώς είναι ως άνθρωπος και ως προπονητής;

«O Κρις Κόουλμαν είναι αυτός που με έκανε πρώτο προπονητή τερματοφυλάκων στην ΑΕΛ. Απίστευτος άνθρωπος με μια αύρα που σε καθήλωνε και έβγαζε το 100% των συνεργατών κ των ποδοσφαιριστών. Μου έμαθε να βλέπω το ποδόσφαιρο από οπτικές γωνίες που δεν είχα καν αντιληφθεί μέχρι τότε». 

Φέτος είδαμε έναν Έλληνα προπονητή, τον Κωνσταντίνο Παναγόπουλο, να κάνει το βήμα για τη Σουηδία και μάλιστα να φτάνει κυριολεκτικά μια ανάσα από το να ανεβάσει την Ακρόπολις κατηγορία. Θα ενθάρρυνες προπονητές, γυμναστές, μέλη του τεχνικού τιμ, αλλά και ποδοσφαιριστές να ψάξουν για το βήμα στη χώρα;

«Ο κύριος Παναγοπουλος έκανε εξαιρετική δουλειά στην Ακρόπολη. Παρουσίασε μια ομάδα με ξεκάθαρο αγωνιστικό  προσανατολισμό. Μια ομάδα φουλ επιθετική  ( πρώτη επίθεση στις τρεις επαγγελματικές κατηγορίες) που έχαιρε της καθολικής αποδοχής από το σύνολο των ανθρώπων που ασχολούνται με το σουηδικό ποδόσφαιρο. Φυσικά και θα ενθάρρυνα τον οποιοδήποτε έχει όρεξη για πολύ δουλειά και πίστη στις ικανότητες του να δοκιμάσει το βήμα αυτό».

Πώς έζησε η Σουηδία την πρόκριση στην τελική φάση του Μουντιάλ. Εσύ προσωπικά περίμενες να συμβεί κάτι τέτοιο;

«Η εθνική ομάδα για τους Σουηδούς αντιμετωπίζεται με πολύ θέρμη και ανάλογη σημασία. Το στάδιο που την φιλοξενεί είναι πάντα γεμάτο  (minimum 40.000 κόσμο). Εγώ περίμενα ότι η Σουηδία δεν θα φοβηθεί την Ιταλία και ότι θα προσπαθούσε να κάνει το παιχνίδι της. Σίγουρα όμως δεν της έδινα πολλές πιθανότητες να περάσει» 

Πού οφείλεται η σταθεροποίηση της Εθνικής Σουηδίας στα μεγάλα ποδoσφαιρικά ραντεβού (Euro 2016, Μουντιάλ 2018); Θα μπορούσε να πάρει κάτι η Ελλάδα από αυτήν; 

«Η Σουηδία παράγει ποδοσφαιριστές και μάλιστα τους προωθεί από πολύ μικρή ηλικία στο εξωτερικό ( οι ομάδες πουλάνε συνεχώς) . Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι Σουηδοί διεθνής να έχουν παραστάσεις από μεγάλα πρωταθλήματα και να είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικοί με την εθνική τους ομάδα». 

Βλέποντας τον γιο σου να μεγαλώνει με τη σουηδική ποδοσφαιρική παιδεία και έχοντας δουλέψει σε επίπεδο Κ-20 στην Ελλάδα, τι απόσταση βλέπεις;

«Στην Σουηδία στο κομμάτι των ακαδημιών δίνουν μεγάλη βάση. Έχουν πάρα πολύ καλά καταρτισμένους προπονητές και βοηθάνε τα παιδιά να βελτιωθούμε τόσο τακτικά όσο και τεχνικά… Όπως ανέφερα και πριν όλες οι σουηδικές ομάδες πουλάνε όλα τους τα ταλέντα στο εξωτερικό ώστε να έχουν εξασφαλισμένη οικονομική ευημερία στο κλαμπ. Οπότε για αυτούς οι ακαδημίες αποτελούν τον αιμοδότη της Α’ ομάδας!»

Σου λείπει κάτι από το ελληνικό ποδόσφαιρο; 

«Η αλήθεια είναι ότι δεν μου λείπει κάτι από το ελληνικό ποδόσφαιρο» 

Θα το σκεφτόσουν αν σου έκαναν πρόταση από ελληνική ομάδα της Σούπερ Λιγκ;

 «Όχι δεν θα το σκεφτομουν να γυρίσω στην Ελλάδα αν μου γινόταν πρόταση. Είμαι απόλυτα ικανοποιημένος με τις συνθήκες εργασίας που επικρατούν εδώ».

Πηγή: gazzeta.gr